Είστε εδώ

Γράμμα από τόν Εμπεδοκλή

Πώς γίνεται, να μας έφτασε ένα γράμμα από τον Εμπεδοκλή, τον παππού μας, που έζησε σχεδόν 2,500 χρόνια πριν από μας; Κι όμως. Η φωνή του Εμπεδοκλή, αλλά και τόσων άλλων προγόνων μας, αντηχεί ακόμα, από τη Σικελία ως τις ακτές της Ιωνίας. Και ναι, γίνεται, να σταματήσουμε λίγο, να πάψουμε να ακούμε την οχλαγωγία και να αφουγκραστούμε την ηχώ τους. Και τότε το γράμμα αυτό θα είναι απλώς η αρχή μιας αλληλογραφίας με τους σοφούς παππούδες μας. (Ι.Θ.)

Αναδημοσίευση από το artofwise.gr.


Αγαπητοί φίλοι,

είμαι καλά και το ίδιο εύχομαι για όλους εσάς.

   Το όνομά μου είναι Εμπεδοκλής και κατάγομαι από τον Ακράγαντα της Σικελίας. Έζησα στα τέλη του 5ου αι.π.Χ. Οι ρίζες μου βρίσκονται στην Αρχαία Ελληνική Ιωνία και πρόγονοί μου ήταν οι Ταλχίνες. Απόγονοι και συνεχιστές κι αυτοί των Αρχαίων Ορφικών Πρέσβεων, των περιπλανώμενων Ιερέων του Ορφέα.

   Οι Ταλχίνες ήταν μύστες του στοιχείου της φωτιάς και κατείχαν Ιερές τέχνες. Μία από αυτές ήταν η τέχνη της επεξεργασίας των μετάλλων. Οι πρόγονοί τους, οι Ορφικοί Ιερείς, ήταν αυτοί, που κατήλθαν στα βάθη του Κόσμου αυτού και έλαβαν από τον Αρχοντα του Κάτω Κόσμου χαρίσματα, που μεταλαμπάδευσαν στους απογόνους τους, τους Ταλχίνες. Χαρίσματα, όπως η γνώση και η σοφία της χρήσης της παντοδύναμης φωτιάς, που από στοιχείο φθοράς και καταστροφής -ρίξτε ένα κλαδί στη φωτιά και δείτε τι θ΄απογίνει- στα χέρια τους μετατράπηκε σε στοιχείο δημιουργίας.


   Οι Ταλχίνες, έχοντας κι αυτοί μέσα τους σπέρμα ταξιδευτών, περιπλανήθηκαν στις τότε γνωστές θάλασσες. Κάποιοι από αυτούς έφτασαν στη Σικελία, τό νησί της Μεσογείου, που διαφεντεύεται από τήν Αρχόντισσα Αίτνα. Εκεί, βρίσκοντας στοιχειωμένη την κοσμογονική τους πίστη, προσκύνησαν την κραδάζουσα και ατμίζουσα Γαία, αφιερώθηκαν στο υποχθόνιο Πύρ Της και έστησαν τα ιερά καί τις εστίες τους.

   Όποιος ασκεί μία τέχνη, με την πάροδο του χρόνου ανταμείβεται από αυτήν και λαμβάνει τα χρίσματα -χαρίσματα- της σοφίας της. Κρατήστε υπ΄όψη αυτό το σημείο, γιατί είναι πολύ σημαντικό και θα επανέλθω -έμμεσα- αργότερα και το συνιστώ ιδιαίτερα σε όσους αναζητούν τη  γνώση και την εξ αυτής απορρεόυσα σοφία. Τώρα θα συνεχίσω με τη διήγηση, όσων αφορούν τους προγόνους μου και εμένα.

   Οι Ταλχίνες λοιπόν, στην αρχή, έγιναν γνωστοί ως τεχνίτες των μετάλλων, που κατέβαιναν και εξώρυσαν στις ζοφερές, απύθμενες χαράδρες και τα σπήλαια της Αίτνας. Τα έφερναν στην επιφάνεια και τα επεξεργάζονταν στα μεταλλουργεία τους. Επειδή όμως κατείχαν γνώσεις μυστικές και βοηθούσαν, όποιον τους ζητούσε βοήθεια, σύντομα έγιναν γνωστοί στον τότε κόσμο για την σοφία τους. Πολλοί ταξιδευτές, από διάφορα μέρη, συνέρρεαν στους οικισμούς τους και θα μου μείνει αξέχαστο το θέαμα των Εαρινών υπαίθριων συναθροίσεων μετά το πέρας της σκληρής δουλειάς.

   Σεβάσμιοι μεταλλουργοί, μουτζουρωμένοι από την κάπνα του καμινιού , καθισμένοι κάτω από τις ασημόφυλλες ελιές και περιτριγυρισμένοι από άνδρες και γυναίκες, απάγγελλαν με τρόπο ήμερο, απλό και έμμετρο -για να μη λησμονιέται- την κοσμογονική τους πίστη. Αυτοί, κατείχαν τη σοφία της τέχνης του Σπορέα. Βήμα το βήμα, λέξη τη λέξη, σπόρο το σπόρο, να μην πάει τίποτε χαμένο στην καρπερή γη του ανθρώπινου πνεύματος, όσων συναθροιζόταν γύρω τους, προσμένοντας με λαχτάρα τη γονιμοποίηση. Στο τέλος, χορτάτοι από τον κάματο και τη σπορά, γύρω από τα λυχνάρια του λαδιού, δειπνούσαν λιτά και κατόπιν αποσύρονταν στη Μορφική Αγκάλη, για να πάρουν δύναμη και να Δοξάσουν τη νέα ημέρα με το μόχθο τους.

   Με το πέρασμα του χρόνου, αυτές οι συναθροίσεις πήραν το όνομα "Σχολή" και νέοι με πίστη και ενθουσιασμό ανέλαβαν μέρος από το έργο της διδασκαλίας.

   Η διδασκαλία γινόταν σε κλειστούς στεγασμένους χώρους, δίκην ναού. Τους ακροατές και τον ομιλητή τούς χώριζε, πλέον, πέτασμα από ύφασμα βαρύ και η διδασκαλία γινόταν ψιθυριστά, μέσω του πετάσματος.

   Θυμάμαι, μια φορά που, παιδάκι, τρύπωσα στο  Άδυτο, και με  έκπληξη είδα τους σεβάσμιους μεταλλουργούς καθισμένους, καταγής, σε κύκλο γύρω από το Σχόλαρχο. Και για να πω την αλήθεια, ακόμα αναρωτιέμαι ποιός απ΄όλους αυτούς ήταν αυτός, που τελικά μιλούσε.... Κάτι που ακόμα θυμάμαι είναι ότι, οι πέντε από τους σεβάσμιους του κύκλου, είχαν μέλη καλυμμένα από χρυσό, που άστραφτε στο μεσόφωτο μέσα από τα ταπεινά καπνισμένα τους ενδύματα και ότι ο Σχόλαρχος, στο μέσον του κύκλου, είχε με ένα λευκό μακρύ κάλυμμα σκεπασμένη την κεφαλή και κρατούσε στο χέρι ένα σανδάλι.  Ένα σανδάλι καμωμένο από τον κόκκινο αστραφτερό χαλκό της Αρχόντισσας Αίτνας. Αυτό ήταν το χρίσμα -χάρισμα- της παγερής, υποχθόνιας, θεάς Εκάτης.

   Έτσι παιδάκι όντας, περιδιάβαινα τη γαία του Τάραντα, της πόλης που αναστήθηκα στη Σικελία. Περιδιάβαινα νοώντας το μόχθο της πυράς στα βάθη, από το υποχθόνιο μουγκρητό, που συντάραζε την πλάση. Περιδιάβαινα θαυμάζοντας το υδάτινο στοιχείο, που αγκάλιαζε τον κόσμο και ξεχύνονταν, άλλού δροσερό κι άλλού κοχλαστό από τις λαβωματιές του ηφαιστείου. Περιδιάβαινα παρακολουθώντας με περισυλλογή και φόβο τον κρυστάλλινο αιθέρα , που περιβάλλει, κρατεί, ρυθμίζει και κοσμεί το παν. Περιδιάβαινα και θαύμαζα τον Κόσμο, κάτω από το φως του ζωοφόρου Ήλιου και της νεκρικής Εκάτης -Σελήνη, επίσης, την ονομάζουμε .

   Αχ, αν ξέρατε τι έγνοια είχα με τον  Άρχοντα  Ήλιο...! Ολημερίς τον είχα στη φροντίδα και στην επίβλεψη μου. Άρχοντας είναι, θέλει και κάποιον, να τον νοιάζεται! Τον ξεπροβόδιζα με αγωνία τα καλοκαιρινά απογεύματα καθώς βυθιζόταν κατακόκκινος και κουρασμένος στην άκρη του στρογγυλού δίσκου, που είναι ο κόσμος μας. Πόσο μου θύμιζε τους σεβάσμιους μεταλλουργούς, που κατακκόκινοι, αγκομαχώντας έδιναν τις τελευταίες σφυριές στο πυρωμένο μέταλλο στο τέλος της ημέρας! Χίλιες ευχές έκανα κάθε νύχτα, ώστε εκεί, που κατέβαινε κατάκοπος, στα σκοτεινά βάθη, να μην απαντήσει τους μοχθηρούς Τιτάνες και τον φυλακίσουν, τη νεκρική Εκάτη και του πάρει τη δύναμη του, παρά να βρει το συντροφικό Μορφέα, για να τον αναζωογονήσει και να χαρούμε όλοι μαζί τη Δόξα της επόμενης ημέρας. Και ο  Άρχοντας Ήλιος ήταν τόσο ευγενικός μαζί μου! Μόλις νικηφόρος ξεπρόβαλλε, στην άλλη άκρη του στρογγυλού του δίσκου, που ήταν ο κόσμος μας, έστελνε μήνυμα με ηλιαχτίδα, που μ΄έβρισκε στο αχυρόστρωμά μου, για να μου μεταφέρει τα νικητήρια, κι εγώ ανακουφισμένος έπαιρνα άλλον έναν υπνάκο μέχρι ο Άρχοντας ν΄ανέβει πυρωμένος, ίσα με μια αγελάδα και την ουρά της ψηλά σηκωμένη, στον αιθέρα, που κρατούσε τα πάντα.

   Έτσι περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωσα κι εγώ. Πέρασα από τα πέτρινα σκαλοπάτια της Σχολής και χάραξα το δρόμο μου. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ μου δεν κατάφερα, να ασχοληθώ με κάτι αποκλειστικά. Όλα με ενδιέφεραν! Είχα πάθος με την παρατήρηση, την ερμηνεία και τη σύνδεση των στοιχείων, των φυτών, των ζώων, των μετάλλων, των φυσικών φαινομένων, του έναστρου ουρανού, του Κόσμου. Αυτή ήταν και η τέχνη, που υπηρετούσα. Μία τέχνη πρακτική και καθόλου αφηρημένη. Συσσώρευση γνώσεων, ταξινόμηση, σύνθεση και χρήση τους. Αργότερα, η τέχνη, που πιστά υπηρετούσα, με αντάμειψε με το χάρισμα της Σοφίας της και έτσι ανεγνώρισα τον Κόσμο από τη μυστική του πλευρά, τη μυστική του Δύναμη, τη Συνάφεια του και τη Συνέχεια του.

   Για  εμένα, τον Εμπεδοκλή, πλέον, δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο, που η μυστική του πλευρά, να μην είναι παλμικά και συνειδησιακά ζωντανή, συναφής και συνεχής.

   Τις απόψεις μου τις υπαινίχθηκα στο Κοσμολογικό ποίημα, που συνέθεσα για διδακτικούς λόγους. Λησμόνησα να σας το αναφέρω, αλλά πρέπει να σας πω  ότι έφτιαξα τη δική μου σχολή, όπου δίδασκα κάθε φορά και ολοκλήρωνα ένα μαθητή. Αυτό το Κοσμολογικό μου ποίημα, είναι το επιστέγασμα της εσωτερικής γνώσης, που μετέφερα προσωπικά στο μαθητή μου. Δεν είναι στίχοι γύρω από τους οποίους θα αναπτυχθεί διάλογος. Η μαθητεία και ο διάλογος έχει ολοκληρωθεί και ο μαθητής, καθαρμένος, είναι έτοιμος, να παραλάβει, από τά χείλη μου και να ασφαλίσει την «παράδοση» σε μέρος ασφαλές. Εκεί ο σπόρος, με τον καιρό, θα κάνει φύτρα και θα βλαστήσει και θα τον κατακυριεύσει και θα τον οδηγήσει εκεί, όπου θα επιλέξει τον προσωπικό του δρόμο, το δικό του Έργο.

Οι πρώτοι στίχοι του Κοσμολογικού μου ποιήματος, είναι μία υπόσχεση στο μαθητή μου:
« ...Και φάρμακα, όσα υπάρχουν για τις αρρώστιες και τα γηρατειά, θα μάθεις,
γιατί μόνο σ΄ εσένα όλα αυτά εγώ θ΄αποκαλύψω.
Θα παύσεις το μένος των ακούραστων ανέμων, που ορμούν στη γη και
που με την πνοή τους αφανίζουν τα χωράφια.
Και πάλι, όταν θες, ενάντιους ανέμους θα σηκώσεις.
Από τη σκοτεινή βροχή, κλίμα ξηρό κι ευνοϊκό θα φέρεις στους ανθρώπους,
κι από την ξηρασία του θέρους υγρούς νοτιάδες, που τρέφουνε τα δέντρα και στον αιθέρα κατοικούν.
Κι ακόμα και νεκρό θα φέρεις πίσω από τον Αδη...»

   Εκείνη την εποχή, αλλά και πολύ μεταγενέστερα, έως και την σύγχρονη εποχή θα έλεγα, το περιεχόμενο των στίχων αυτών χωρίς δεύτερη σκέψη, χαρακτηρίστηκε ως Μαγεία! Με λέγανε, που με λέγανε, ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό, αλλά με αυτούς τους στίχους κατάφερα και τους σκανδάλισα όλους, σε βαθμό κακουργήματος.

   Η σύγκρουση με το κατεστημένο, και ιδιαίτερα με το ιερατείο, ήταν άνευ προηγουμένου.
« Ποιός είναι αυτός ο αιρετικός, που υπόσχεται, σαν νά ΄τανε Θεός, ότι θα σπάσει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους Θεούς και τους θνητούς, καταργώντας τα γηρατειά και το θάνατο...;;!! » βρυχόνταν με μπλαβισμένες μούρες το παπαδαριό και γυρνόφερνε, αφορίζοντάς με, σε σοκάκια και πλατείες, ανεμίζοντας νευρικά τα ράσα του. Και με μαύρισαν, τελικά. Επιμελώς αγνοημένος, είδα κι έπαθα μετά από 2.950 χρόνια, να  αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε απομεινάρια κατακερματισμένα, κακοαντιγραμμένα, διασκευασμένα και καταχωνιασμένα μέσα σ΄αυτό, που εσείς λέτε Αρχαία Ελληνική Γραμματεία!

   Κι όπως γράφετε και εσείς, σήμερα στο διαδίκτυο, ...«τεσπα»!! Γι αυτά θα στενοχωρηθούμε; Συνέβαιναν και θα συμβαίνουν πάντα. Ας επανέλθουμε, λοιπόν, επί της ουσίας:
Η αλήθεια είναι ότι οι εισαγωγικοί στίχοι στο Κοσμολογικό μου ποίημα, επιδιωκόμενο είχαν μάλλον τη σοβαρότητα με την οποία, θα έπρεπε, ο μαθητής, να αντιμετωπίσει το περιεχόμενό του.
Η γνώση γύρω από τα στοιχεία, γύρω από την ιστορία και τη γέννηση του ανθρώπου, γύρω από τη φύση των φυτών, των ζώων, των μετάλλων, των φυσικών φαινομένων, την αστρονομία και τη δομή του σύμπαντος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ο δρόμος της κυριαρχίας και του ελέγχου επάνω στις δυνάμεις της Φύσης. Ηταν μια υπόσχεση μη συμβατών δυνάμεων γιά εκείνη την εποχή. ΄Ηταν μία «Μαγική» υπόσχεση. Μήπως αυτός δεν ήταν και ο αρχικός ρόλος της μαγείας; Η συσσώρευση γνώσεων γύρω από τον κόσμο και η ικανότητα σύνθεσης και χρήσης τους! Γιατί, άλλωστε, στην αρχαία Ελλάδα η λέξη «φυσικός» ήταν συνώνυμο της μαγείας;

   Τό ενδιαφέρον μας γιά τη  Φύση και την κοσμολογία είναι μαγικό με αυτήν ακριβώς την έννοια.
Μη μου πείτε λοιπόν, ότι εγώ, ο Εμπεδοκής, δεν δημιούργησα μια εικόνα πλησιέστερη προς τον σύγχρονο επιστήμονα, παρά προς τον «αφηρημένο» φιλόσοφο; Παρ΄όλο βέβαια, που εμένα και τον σύγχρονο επιστήμονά σας, μας χωρίζει ένας ολόκληρος ...Κόσμος!
Για εμένα, ακόμα και οι λέξεις, που προφέρει ένας άνθρωπος με επίγνωση, διαθέτουν οντότητα, ευφυία και συνειδητότητα.

   Η εισαγωγή στο κοσμολογικό μου ποίημα αποδεικνύει αυτήν την πεποίθησή μου. Οι έννοιες, που εκφράζονται, δέν είναι λόγια προς συζήτηση, αλλά λόγια προς διαφύλαξη. Πρέπει, να προστατευτούν και να καλλιεργηθούν, αλλιώς, είναι καταδικασμένα να χαθούν. Περιέχουν ένα Μυστικό - γι΄αυτό χρησιμοποιείται ένα προσεκτικά επιλεγμένο μυητικό λεξιλόγιο - και απευθύνονται σε αυτόν, που έχει ήδη καθαρθεί. Απευθύνονται σ΄αυτόν, που πρέπει να απορροφήσει τη γνώση που του μεταδίδει ο Διδάσκαλος. Αυτά τα λόγια, αν  ριζώσουν μέσα στο μαθητή, θα αναπτυχθούν και θα μετασχηματίσουν ολόκληρη την ύπαρξή του, παρέχοντάς του ό,τι θα χρειαστεί στο μέλλον, για να επηρεάσει κι αυτός με τη σειρά του τον κόσμο γύρω του.

   Με την έννοια «επηρεάσει», σαφώς και υπαινίσσομαι την ανάγκη για εξέλιξη των συλλογικών απόψεών μας, για τον Κόσμο. Το Κοσμολογικό μου ποίημα δεν ειναι παρά ένα πλέγμα ερεθιστικών, εγκαιροφλεγών νύξεων, οι οποίες απορρέουν από ορισμένα δεδομένα.

    Αγαπητοί φίλοι,
αν προβληματιστείτε ποτέ σας για τους ανθρώπους και τις απόψεις, που κυριαρχούσαν την εποχή μου, αλλά και μεταγενέστερα, προτού διαμορφώσετε μία απόψη θα σας συμβούλευα να μπείτε στον κόπο να συγχρονιστείτε με την ιστορική στιγμή, που εκφράζονται οι ιδέες τους και το φυσιογνωστικό τους υπόβαθρο.

  ΄Οσες φορές κι αν σκαρφάλωσα - από μικρό παιδί - στην ψηλότερη κοφή της Αρχόντισας Αίτνας τα μάτια μου, που πλανήθηκαν, άγγιξαν τις άκρες ενός στρογγυλού δίσκου, είτε μέσω του υγρού στοιχείου, που έφτανε στην άκρη του ορίζοντα, είτε στη συνέχεια της καμπύλης, που υπαινίσσονταν πίσω από τις βουνοκορφές της απέναντι στεριάς.
Η Γη για εμένα ήταν ένας στρογγυλός δίσκος.

Από τη μία πλευρά του στρογγυλού δίσκου της Γης, αναδυόταν ο πύρινος δίσκος του  Άρχοντα Ήλιου και αφού διέγραφε μία σταθερή τροχιά στο στερέωμα, καταδυόταν στην άλλη πλευρά για να αναδυθεί ξανά από την αντίθετη πλευρά, μετά από ώρες ανάλογες της εποχής.

Αμέτρητες ημέρες με τα χέρια απλωμένα προς Αυτόν, ψηλάφησα και μέτρησα με τα ακροδάχτυλα την ακρίβεια της θεϊκής διαδρομής του. Αμέτρητες νύχτες μέτρησα - με παιδιάστικη αγωνία για την τύχη Του, την τύχη μας - το χρόνο από την κατάδυση μέχρι την ανάδυση του. Εκεί ψηλά, έφτιαξα αλώνι, χάραξα κύκλο, έστησα στο κέντρο του βωμό και έθεσα σημάδια. Ο Χρόνος άρχισε, να μου αποκαλύπτει, μέσα από σημάδια, που χάραζα, την οντότητα του. ΄Ετσι ήξερα πλέον για κάθε εποχή το χρόνο των καταδύσεων και των αναδύσεων του  Άρχοντα της ζωής.

Η Ζωή είναι το αποτέλεσμα της γονιμοποίησης της μάννας Γης από την πύρινη δύναμη του Ήλιου. Η Γη γεννά, ανασταίνει, θρέφει και ποτίζει τα παιδιά της, στην αγκάλη του Αιθέρα. Γι΄αυτό λοιπόν, πρόσταζα το μαθητή:

« Άκου καταρχήν τις τέσσερις ρίζες των πάντων:
Ο κεραυνοβόλος Ζεύς,
η Ζωηφόρος Ήρα,
ο Αϊδωνεύς και
η Νήστις, δακρυρροούσα υδροχόη των πηγών των θνητών»

Ναι, μορφοποιούσα τα τέσσερα στοιχειά του Κόσμου: Τη Γη, τον Αιθέρα, τη Φωτιά και το Νερό. Και μάλιστα έδινα την αλληλουχία τους μέσα απο τους στίχους:

«Ο αιθήρ ήταν το πρώτο στοιχείο, που ξεχώρισε.
Το δεύτερο ήταν η φωτιά και κατόπιν η γη.
Υστερα βγήκε το νερό από τη γη σαν ατμός …
Ο ουρανός δημιουργήθηκε από τον αιθέρα,
ο ήλιος δημιουργήθηκε από τη φωτιά.»

Για  έναν άνθρωπο σαν κι εμένα, για τον οποίον δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο, που να μην είναι παλμικά και συνειδησιακά ζωντανό, ήταν επιβαλλόμενη η προσωποποίηση των στοιχείων, σαν απαραίτητη προϋπόθεση της μελλοντικής «επικοινωνίας» και «επενέργειας».
   Έτσι, μορφοποιήθηκε ο  Δίας για τον Αιθέρα, τον ουρανό έως και το εξωτερικό όριο του σύμπαντος, αλλά και τον αέρα στην επιφάνεια της γης, πού συντάσσει καί ενεργοποιεί τά φυσικά καιρικά φαινόμενα. Τόν αέρα πού μάς περιβάλλει, τόν αέρα πού αναπνέουμε.
   Ο Αϊδωνεύς - ποιητική παραλλαγή για τον Χθόνιο Αδη ( ος υπό χθονί δώματα ναίει ) - για τη φωτιά. Οι φωτιές του ουρανού – περιλαμβανομένης κι αυτής, που αναδύθηκε για να γίνει ήλιος – έχουν τον τόπο καταγωγής τους στα βάθη της γης. Και μη με ρωτήσετε γιατί. Στον κόρφο της Αρχόντισας Αίτνας αναστήθηκα... και από τις κορφές της αγνάντεψα τον Άρχοντα Ήλιο...
Η φερέσβια - ζωηφόρα - Ηρα για τη γη.
Η Νήστις για τα νερά.

   Οταν, τις ημέρες και τις νύχτες μετά τη βροχή, περιπατούσα την Ταραντινή γαία για να συνεχίσω τη μελέτη μου στα φυτά και τα βότανα, πολλές φορές ξεκουράστηκα στην άκρη από τις παροδικές λίμνες του βρόχινου νερού, χαζεύοντας τον αντικαθρεφτισμό των σύννεφων, του Άρχοντα Ήλιου, των αστεριών ή και της Αρχόντισας Εκάτης, που διάβαιναν υπεράνω, στον ουρανό. Το αντικαθρέφτισμα είναι αντίστροφο και συνάμα παράδοξο, γιατί μπορείς να κάνεις, ό,τι δέν μπορείς στήν πραγματικότητα.
Μία ,λοιπόν, νύχτα, που διαφέντευε ο ασημένιος δίσκος της θεάς Εκάτης το στερέωμα, η Νήστις με παρότρυνε να την αγγίξω. Απλωσα το χέρι επάνω από τον στρογγυλό καθρέφτη του λιμνάζοντος νερού και το είδωλό του, άγγιξε το είδωλο της θεάς.
«... Ό,τι είναι άνω είναι και κάτω, μόνο που το «κατω» είναι χώρος αντιστροφής και παράδοξου...».
Η φωτιά βρίσκεται στα βάθη της Γης.
Ο Άδης, ενσαρκώνει το θάνατο και τη φθορά, επειδή είναι ο θεός της φωτιάς.
Ομως, « ...η φωτιά, ωθούμενη από τά βάθη της γης, ανέβασε τους βυθισμένους στο σκοτάδι βλαστούς της ανθρωπότητας και ύστερα τους απόθεσε στην επιφάνεια της γης, καθώς συνέχισε τό δρόμο της προς τους ουρανούς, για να σμίξει με τη φωτιά, που ήταν συγκεντρωμένη εκεί. Τόση φωτιά στο ανώτατο όριο του κόσμου έκανε το σύμπαν βαρύ στην κορφή του. Η φωτιά άρχισε να γέρνει προς τα κάτω, κυρτώνοντας το σύμπαν και τον ουράνιο θόλο, και όπως γλιστρούσε κάτω από το κυκλικό όριο του σύμπαντος, συγκεντρώθηκε σε ένα συμπυκνωμένο σώμα φωτιάς, το γνωστό μας ήλιο».
Ο δημιουργικός ρόλος της φωτιάς, ενσαρκώνεται από τον  Ήφαιστο τον μεταλλουργό κι όχι τον Αδη. ΄Αδης και Ήφαιστος, η καταστροφική και η δημιουργική εκδοχή της φωτιάς είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. ΄Οντως ο χθόνιος κόσμος, φαίνεται να είναι ένας τόπος μυστήριων, παράδοξων και αντιστροφής.

   Εγώ, λάτρης του Κόσμου και του παράδοξου, υπήρξα ιερέας των χθονίων θεοτήτων συνεχίζοντας έτσι το προγονικό μου πεπρωμένο.

Χάρηκα, που αναφερθήκατε σέ εμένα εσείς, που αν και ανήκετε σε μια άλλη εποχή, με το ενδιαφέρον σας επιβεβαιώνετε ότι «Εν τό πάν»...

Σας εύχομαι καρποφόρα και ευτυχισμένη Ζωή

Πάντα κοντά σας,

Εμπεδοκλής