Είστε εδώ

Βολτίτσα στον χρόνο

Είπα, να κάνω μία βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, αν και δεν το συνηθίζω. Η Αθήνα δεν έχει και πολλά να προσφέρει σε ησυχία και περιπάτους πλέον. Ξεκίνησα όμως. Είχαμε κανονίσει με μερικούς φίλους, να βρεθούμε στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

   Έφτασα με το σκεπτικό, να πιω έναν καφέ και να γυρίσω σπίτι μου. Όπως περπατούσα στην λεωφόρο Βασ. Αμαλίας,  είδα στα αριστερά μου τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Κοίταξα μέσα μου και συνειδητοποίησα, πως, αν και περνάω τόσα χρόνια  απ΄ έξω,  ποτέ δεν έχω μπει μέσα στον χώρο. Πέρασα απέναντι και άρχισα να περπατώ στο πεζοδρόμιο της λεωφ. Βας. Όλγας  (κάτι πρέπει να γίνει με την ονοματοδοσία  αυτών των  δρόμων…δεν ταιριάζουν με τον μαγνητισμό της περιοχής).

 

 
   Η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου είναι λίγο πριν το κολυμβητήριο. Πλήρωσα το αντίτιμο στην είσοδο και μπήκα. Περπάτησα περίπου 10 μέτρα και μεταφέρθηκα σε μία άλλη Αθήνα. Πολύ διαφορετική και τόσο οικεία. Ησυχία! Δεν άκουγα τίποτε! Μα πώς γίνεται αυτό; Ξέρω, πως περνούν πολλά αυτοκίνητα. Είναι καλοκαίρι. Υπάρχει κίνηση σε αυτές τις λεωφόρους. Γιατί δεν ακούω τίποτε;
 
   Α! να και τα παιδιά! Καλημεριστήκαμε. Είπαμε να ξεκινήσουμε τον περίπατο. Μιλούσαμε σιγά, λες και έπρεπε να κάνουμε ησυχία. Μα ασφαλώς και έπρεπε. Ήταν τόση η ησυχία στο περιβάλλον, που θα ήταν το λιγότερο, ασέβεια να μιλούσαμε δυνατά. Περπατήσαμε γύρω-γύρω από τον τεράστιο Ναό. Ψηλός. Επιβλητικός. Δεν μπορούσες, να κάνεις διαφορετικά .Έπρεπε, να τον σεβαστείς, σε όποια θρησκεία και αν πιστεύεις. Πλησιάσαμε σε ένα τοιχίο και είδαμε, πως από κάτω υπάρχει και δεύτερο επίπεδο με τεράστιο εμβαδόν, κατασκευές και δένδρα. Ποιός από όλους το είπε; Δεν θυμάμαι πλέον, νομίζω ο Γιάννης : «Παιδιά, υπάρχει και δεύτερο επίπεδο. Μπορούμε να κατέβουμε και να το δούμε. Ξέρω από πού μπορούμε να το προσεγγίσουμε». Ένιωθα σαν διαρρήκτης, όπως περνούσαμε από το στενό διάδρομο, που είχε διαμορφωθεί από αναρριχόμενα φυτά και ανθρώπινο πέρασμα. Μόλις φτάσαμε στο ισόγειο τα χάσαμε με τις λαξευμένες  μεγάλες γούρνες. Ο Πάνος μας είπε πως πρόκειται για τόπο, όπου επεξεργάζονταν δέρματα. Θύμωσα, με τον εαυτό μου. Τόσο κοντά στην κίνηση του δρόμου, στο κέντρο της Αθήνας και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο σε εμένα το σημείο;! Μα σε ποιόν πλανήτη ζω;
 
   Ο ήλιος μας ζέσταινε. Περπατούσαμε, κοιτάζαμε δεξιά-αριστερά και τα μάτια δεν χόρταιναν τις εικόνες. Φωτογράφιζα με το βλέμμα (ο Πάνος πιο προνοητικός είχε φωτογραφική μηχανή μαζί του). Η ησυχία μας ακολουθούσε. Ένας φύλακας μας κοίταζε καλά-καλά. Ποιος ξέρει τι εικόνα του δίναμε;  Δεν μίλησε όμως.
 
   Ένιωσα παρουσίες γύρω μου. Λες και κάποιος, φρόντιζε να μην ενοχληθούμε από τίποτε. Φτάσαμε στο άλλο άκρο της έκτασης αυτής κοντά στην λεωφ. Βασ. Αμαλίας, από την μέσα πλευρά. Κάναμε τις σπονδές μας. Απαγγείλαμε στίχους. Τα αυτοκίνητα, που περνούσαν, ήταν σε απόσταση αναπνοής. Μα καλά … δεν ακούγονται; Πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Ο ήλιος εξακολουθούσε, να μας ζεσταίνει. Ξαφνικά είδα μπροστά μου μία ροδιά. Μικρή! Γεμάτη καρπούς. Φώναξα τους υπόλοιπους : «Αφού από εδώ περάσαμε . Πώς δεν την είδαμε;». Την κοιτούσαμε εμβρόντητοι. Πήρα ένα ρόδι. Ξαφνικά άκουσα την φωνή του Πάνου «έχει κι άλλη!»  Κοιτάξαμε γύρω μας . Καλέ τι «κι άλλη»; Γεμάτος ο τόπος από ροδιές! Κόψαμε μερικά ρόδια. Κοίταξα τους υπολοίπους : «Μα καλά από εδώ περάσαμε.  Γιατί δεν τις είδαμε;»  Κάποιος μέσα στο μυαλό μου γέλασε με συγκατάβαση. Το δικό μου το γέλιο ήταν ή κάποιας θεότητας; Μέσα μου σήμερα ξέρω : προσφέραμε τις σπονδές μας και οι Θεοί μας ανταπόδωσαν το δώρο. 
 
   Τίποτα δεν αποδεικνύεται. Απλά τα νιώθεις … ή δεν τα νιώθεις. Περπατάς σε μία τοποθεσία, όπου πολλά πόδια είχαν πατήσει πριν από εσένα, είτε αρχαία, είτε νεότερα. Με ανησυχίες, με θαυμασμό για το περιβάλλον, με προβλήματα, με χαρά.  Πόσοι και πόσοι άνθρωποι !… Και να θες,  να τους γνωρίσεις όλους προσωπικά! Κοιτάς κάτω και να, τώρα τα δικά σου πόδια. Σε οδηγούν σε έναν δρόμο όλο δώρα. Δεν τα διακρίνεις αμέσως τα δώρα τους. Όμως είναι εκεί. Σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις! Όταν τα ανακαλύψεις, απλά χαμογελάς και ξέρεις πως οι Θεοί  σε καλοδέχονται, με αυτόν τον τρόπο. Είναι οι τόποι τους και χαίρονται που τους επισκέπτεσαι. Σε χαιρετούν ευχαριστώντας σε, για τα δώρα σου. Σε καλωσορίζουν, όπως θα σε καλωσόριζαν οι καλεσμένοι σε μία γιορτή, που πας καθυστερημένος. Σου χαμογελούν λέγοντας με το βλέμμα τους, με το χαμόγελό τους : «δεν πειράζει … αρκεί που ήρθες».
 
Βγαίνοντας  από τον αρχαιολογικό χώρο, ένιωσα περίεργα. Σαν να βγήκα από τα γάργαρα νερά μιάς πηγής και έπεσα κατευθείαν στην άσφαλτο. Φρίκη αν το καλοσκεφτείς.
 
Θυμήθηκα μία άλλη βόλτα, που είχαμε κάνει στους Δελφούς. Περπατούσαμε, πάλι μία παρέα 8 ανθρώπων, εκείνη την καταπληκτική ανηφόρα που όλοι, έλληνες και αλλοδαποί, έχουν περπατήσει. Που χρειάζεσαι τουλάχιστον 5 ώρες για να δεις όλα τα μνημεία, τους Ναούς, το Στάδιο και μια ζωή, για να ξεχάσεις, ό,τι είδες. Εκεί λοιπόν, στο κέντρο της Γης, μου ήρθε μία έντονη μοσχοβολιά λουλουδιών. Μία φίλη περπατούσε δίπλα μου ακριβώς. «Τα μυρίζεις;» την ρωτάω. Με κοίταξε κατάπληκτη .  Όχι, μου είπε.  Λίγο πιο πίσω ο σύντροφός της μας ρώτησε, αν μυρίζουμε λουλούδια. 
-«Πού βρίσκονται, βρε παιδιά, κατακαλόκαιρο;»  Κοίταξα γύρω μου,  λίγο πιο πάνω,  λίγο πιο κάτω . Πουθενά λουλούδια. Μα, τι μοσχοβολιά ήταν αυτή;! Ε ναι, λοιπόν! Τα θαύματα, που συμβαίνουν κάθε ημέρα, είναι ελάχιστα εντυπωσιακά. Όμως είναι εκεί! Και είναι θαύματα! Έτυχε ο σύντροφος της φίλης μου και εγώ, να κάνουμε μία σπονδή νωρίτερα. Η κοπέλα ήθελε, να μελετήσει το Στάδιο και δεν ήρθε. Σύμπτωση; Πιθανόν! Ποιός μπορεί, όμως, να το πει με σιγουριά;
 
   ΄Αφησα τις σκέψεις μου και αποχαιρέτισα την παρέα μου.  Χωρίσαμε και ο καθένας πήρε το δρόμο για το  σπίτι του, αφού ανανεώσαμε το ραντεβού μας . Ίσως σε επόμενη βόλτα να βρούμε κι άλλους Θεούς. Προς το παρόν ανακαλύπτουμε τους Θεούς μας, ο καθένας μόνος του.
 
 
Αργώ Ε.