Είστε εδώ

Διατί ομιλούμε δια θρησκείαν;

Συχνά δεχόμεθα αυτό το ερώτημα. Προσφάτως μάς είπε, τελείως καλοπροαίρετα, ένας φίλος: "λέτε τόσα πολύ ώραία πράγματα, αλλά μάς τα χαλάτε με το Δωδεκάθεο!" Διατί άραγε; Δεν μάς αρκεί η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η λογοτεχνία, η τέχνη, η επιστήμη, δεν μάς αρκούν όλα αυτά και θέλομε ιεροπραξίες, σπονδές και ύμνους; Εμείς, "διαφωτισμένοι" άνθρωποι!

Λοιπόν, όλα αυτά τα επιχειρήματα βασίζονται εις εδραίας παρεξηγήσεις, παρεξηγήσεις πού χρονίζουν. Εξηγούμεθα.

Εν πρώτοις υπάρχει η άποψις ότι η αρχαία ελληνική διανόησις προήγετο βαθμιαίως από το στάδιον της παραδοσιακής θρησκευτικής πίστεως εις μίαν ορθολογιστικήν προσέγγισιν η οποία και ώδήγησε βαθμιαίως τους Αρχαίους εις την "απόρριψιν" της Ελληνικής θρησκείας.

Ουσιαστικώς ρίζα της απόψεως αυτής είναι μία απηρχαιωμένη τάσις μελέτης της αρχαιότητος η οποία ορίζει έναν ιδιότυπον "ορθολογισμόν", εργαστηριακόν κατασκεύασμα, ως κύριον χαρακτηριστικόν της σκέψεως των μεγάλων διανοητών της αρχαιότητος. Ας λάβωμε ως παράδειγμα έναν συγγραφέα, τον οποίον επικαλούνται περισσότερον από οιονδήποτε άλλον οι οπαδοί της θέσεως αυτής, τον Ευριπίδην. Θα χρειασθή να πάμε τουλάχιστον έναν αιώνα πίσω, και δή εις την περίοδον 1900-­1910: είναι η εποχή πού ο Ευριπίδης βαπτίζεται "ποιητής του Ελληνικού Διαφωτισμού" (βλ. το ομότιτλον βιβλίον του W. Nestle) και ο A. W. Verrall γράφει μελέτη με τίτλον Euripides the Rationalist, υποστηρίζων, μεταξύ άλλων, ότι πραγματικός ήρως των Βακχών είναι ο Πενθεύς, ενώ ο "Διόνυσος" του έργου δεν είναι παρά ένας "ψευδοπροφήτης", ο οποίος δηλητηριάζει (κυριολεκτικώς!) τον "ατυχή" βασιλέα, ώστε να έχη παραισθήσεις! Αι απόψεις αυταί έχουν βεβαίως πρό πολλού καταρρεύσει. Οι πάντες πλέον συμφωνούν, εν προκειμένω, ότι αι Βάκχαι απηχούν γνήσιον θρησκευτικόν συναίσθημα και ότι ο Ευριπίδης μόνον "άθεος" δεν είναι, απλώς ασκεί κριτικήν εις ώρισμένας εκδοχάς του παραδεδομένου μύθου ("αοιδών οίδε δύστηνοι λόγοι", Ηρακλής 1346). Κριτικήν εις μυθικάς εκδοχάς ασκεί εξάλλου και ο σχεδόν αρχαϊκός Πίνδαρος, ο ευσεβέστερος των ποιητών. Η κριτική αυτή δεν στρέφεται προφανώς κατά της θρησκείας, αλλά κατά ώρισμένων ποιητών, κυρίως του Ομήρου. Παρομοίαν κριτικήν έκαμε, ως γνωστόν, και ο Πλάτων. Η κριτική αυτή δεν ζητά φυσικά να αποδυναμώση την θρησκείαν, αλλ ακριβώς το αντίθετον: να την ενισχύση!

Επειδή ώρισμένοι σήμερα θεωρούν ότι οι Θεοί των Αρχαίων (και οι μύθοι) είναι πλάσματα της φαντασίας, εξάγουν "με τετράγωνη λογική" το συμπέρασμα ότι όταν ο Αρχαίος ασκεί κριτικήν εις έναν (ή περισσοτέρους) μύθους, αρνείται ταυτοχρόνως τους Θεούς. Δηλαδή φαντάζεται τον Αρχαίον κάτι σάν ανθρωπολόγον του 19ου αιώνος μέσα εις την ιδίαν του την πατρίδα, ο οποίος φυσικά έχει εκ των προτέρων απορρίψει την θρησκείαν των "ιθαγενών" συμπατριωτών του.

Ολος δε αυτός ο χονδροειδής αναχρονισμός, ο οποίος εδράζεται επί της αυθαιρέτου πεποιθήσεως ότι "εμείς είμεθα ανώτεροι" (είτε ως μονοθεϊσταί, είτε ­ προσοχή! ­ ως άθεοι), αποσκοπεί εις το να παρουσιάση την αρχαίαν σκέψιν ως "προοδεύουσαν" πρός τον μονοθεϊσμόν, ή έστω εις τον αθεϊσμόν.

Μία άλλη συναφής, μεγάλη παρεξήγησις είναι ότι η εν γένει πρόοδος της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας εκινείτο ανεξαρτήτως ή και εν αντιθέσει πρός την θρησκείαν. Εχομε ακούσει από πολλούς να απορούν ειλικρινώς: "Καλά αφού ο Αισχύλος ήτο οπαδός της δημοκρατίας, πώς ήτο και τόσο βαθειά θρησκευόμενος;"

Φαντάζονται την Ελληνικήν θρησκείαν κάτι σάν την Ορθοδοξίαν εν Ελλάδι ή έστω σάν την Αγγλικανική Εκκλησία της δεκαετίας του 50, η οποία απεκαλείτο σκωπτικώς "the Conservative Party at prayer».

Οποιος θελήσει να συνδέση την αρχαίαν αθεΐαν με την πολιτικήν, λυπούμεθα αλλά θα απογοητευθή: ο κυριώτερος εκπρόσωπος του αθεϊσμού του 5ου αιώνος ήτο ο Κριτίας, ο αρχηγός των Τριάκοντα Τυράννων. Η άποψίς του ήτο ότι η θρησκεία είναι επινόημα, προϊόν επιβολής κάποιων ισχυρών προκειμένου να ποδηγετούν τους αφελείς. Αι απόψεις του αυταί σώζονται αποτετυπωμέναι εις απόσπασμα της τραγωδίας του Σίσυφος. Δίκην παρενθέσεως, άς σημειώσωμε εδώ πως το γεγονός ότι ο Κριτίας εξέφραζε (πρίν γίνη τύραννος) τόσον καθαρά τας απόψεις του αποδεικνύει την πραγματικήν και πλήρη ανεξιθρησκίαν της αρχαίας Ελλάδος.

Η άποψις λοιπόν αυτή, η οποία γνωρίζει θραύσιν εις την εποχήν μας από διαφόρους "διαφωτισμένους" οι οποίοι καταγγέλλουν "τα αρχαία ιερατεία" ότι δήθεν "διέδιδαν την δεισιδαιμονία" και "εξεμεταλλεύοντο τον κόσμο" έχει πατρότητα. Αν δε επιμένουν να την τοποθετήσουν εις τον πολιτικόν χάρτην της αρχαίας Ελλάδος, δεν θα την δούν εις το στόμα κανενός δημοκρατικού, αλλ εις αυτό του μεγαλυτέρου αντιδημοκράτου της Αρχαιότητος.

Είναι όμως τελικά τυχαίον ότι η απόρριψις της Ελληνικής θρησκείας συνάδει με την περιφρόνησιν των πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Μάλλον όχι, διότι η Ελληνική θρησκεία προσφέρει ένα σύστημα Ηθικής (όχι μικρονοϊκής ηθικολογίας), η παράκαμψις του οποίου ανοίγει τον δρόμον δι ακρότητας. Ενα χαρακτηριστικόν παράδειγμα: κάποτε έφθασαν Πέρσαι πρέσβεις εις την Σπάρτην και τας Αθήνας δια να ζητήσουν "γήν και ύδωρ". Εφονεύθησαν. Αποτέλεσμα: τουλάχιστον δια την Σπάρτην είναι γνωστόν ότι ο Ηρως Ταλθύβιος, προστάτης των κηρύκων, εξέφρασε την μήνιν του δια της αποτυχίας των θυσιών, μέχρις ότου δύο νέοι Σπαρτιάται εδέχθησαν να μεταβούν εις την Περσίαν δια να προσφέρουν την ζωήν των εις εξιλέωσιν. Πράγματι μετέβησαν, αλλά ο Ξέρξης ηρνήθη να τους φονεύση.

Η ιερότης των ξένων είναι μόνον ένα παράδειγμα. Εν γένει η Ελληνική θρησκεία είναι φύλαξ μεγίστων ιδανικών, είναι πολύ πιό "προοδευμένη" από την κοινωνία. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα: κατά την διάρκειαν πολλών εορτών, Ανθεστηρίων, Κρονίων κ.ά., αφήνονται ελεύθεροι οι δούλοι. Παρ όλα αυτά όμως, η θρησκεία δεν δύναται να επιβάλη άνευ όρων τας αρχάς της, παρά μόνον κατά τας ιεράς ημέρας των εορτών της. Δεν δύναται διαρκώς, διότι δεν έχει, και δεν επιδιώκει να έχη, την δυνατότητα να ασκή θεοκρατίαν. Η Ελληνική θρησκεία δεν είναι κοσμοπολιτική οργάνωσις, να εμφανισθή ένας πατριάρχης με "παραβολάνους" και να επιβάλη τα δόγματά του!

Η κοινωνία ευθυγραμμίζεται κατά το δυνατόν με τα υψηλά ιδεώδη της θρησκείας, αλλά ποτέ πλήρως, αλλέως θα ήτο κοινωνία Ηρώων. Ομως αυτό δεν απέτρεψε επ ουδενί την Ελληνική θρησκεία από το να διεκδική και να επιτυγχάνη εντέλει την πλήρη εφαρμογήν των αρχών της κατά την διάρκειαν των εορτών (κορυφαίον παράδειγμα η Ολυμπιακή εκεχειρία).
Η αλήθεια είναι συνεπώς ότι η θρησκεία εμπνέει εις την κοινωνίαν τα επιτεύγματά της. Η πορεία άρα είναι αντίστροφος απ ό,τι φανταζόμεθα συνήθως. Ας λάβωμε ως παράδειγμα τον Παρθενώνα: δεν έχομε έναν "διαφωτισμένον" Περικλή ο οποίος θέλει να κτίση ένα μεγαλοπρεπές κτήριο και αντί να κτίση ένα "Μέγαρο Μουσικής" (βεβαίως, έκτισε και τέτοιο, το Ωδείον), κτίζει έναν ναόν χαριζόμενος εις την θρησκευτικότητα του λαού. Το αντίθετον συμβαίνει: η υψηλή κοσμοθεωρία της θρησκείας, και ιδίως των Μυστηρίων, εμπνέει τον Περικλή να ανεγείρη τον ναόν, ο οποίος κτίζεται υπό τας οδηγίας των ιερέων, οι οποίοι και θεία επιπνοία καθορίζουν τα της κατασκευής του.

Ύπάρχει λοιπόν μία βαθυτέρα παρανόησις: παραδεχόμεθα επί παραδείγματι ότι οι Ολυμπιακοί (και οι άλλοι πανελλήνιοι) Αγώνες είναι θρησκευτικαί εκδηλώσεις, αλλά το εκλαμβάνομε κατά τρόπον εθιμοτυπικόν. Η μή αναζήτησις της καθαρώς θρησκευτικής πλευράς των αθλητικών Αγώνων έχει ως συνέπειαν να μήν αντιλαμβανώμεθα το πραγματικόν νόημά των και να περιοριζώμεθα εις κοινοτοπίας: "ευγενής άμιλλα" κλπ. Οχι, εις την πραγματικότητα υπάρχουν αλλεπάλληλα επίπεδα πραγματικού θεολογικού νοήματος· άς αναφέρωμε το απλούστερον: ο αθλητής ευχαριστεί το θείον κατά τον τρόπον της "προσφοράς", της "θυσίας", δια τα θεία δώρα της ρώμης και της αλκής με τα οποία επροικίσθη. Ναί, οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούν προσφορά πρός τον Ολύμπιον Δία, όπως θα αποτελούσε μία θυσία ή μία άλλη ιεροπραξία. Εδώ, λοιπόν, δοκιμάζεται και πάλι η δυνατότης χειραφετήσεώς μας από την μονοθεϊστικήν σκέψιν: επειδή μάς έχουν διδάξει ότι η άσκησις του σώματος δεν δύναται να έχη σχέσιν με την θρησκείαν, οδηγούμεθα μοιραίως εις το συμπέρασμα ότι εφ όσον οι Αρχαίοι συνέδεαν τους Αγώνες με την θρησκείαν των, άρα η θρησκεία των δεν ήτο θρησκεία! Το επιχείρημα συνεχίζεται: άρα διατί να την αναβιώσωμε; Αρκεί να κάνωμε Αγώνες, "όχι εμπορευματοποιημένους" βεβαίως, να απαγγέλωμε και έναν­δύο ύμνους δια να δημιουργήσωμε ατμόσφαιρα, και εντάξει.

Απάντησις: εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό πού θα αναβιώση θα είναι απλοί αγώνες, ίσως καλύτεροι από τους σημερινούς, οπωσδήποτε όμως όχι αρχαίοι αγώνες. Οι αρχαίοι αγώνες είναι κάτι το διαφορετικό, είναι η μίμησις της οδού των Ηρώων, με την θρησκευτική έννοια του όρου, όπως μάς έχει διδάξει ο Πίνδαρος. Δεν είναι τουρνουά. Οι θεαταί δέχονται μίαν θρησκευτικήν, όχι γηπεδικήν, μέθεξιν. Και αυτή η μέθεξις είναι βίωμα θρησκευτικόν, δεν επιτυγχάνεται με την "μή εμπορευματοποίησιν", ούτε με εθιμοτυπίες.
Και οι Αγώνες αποτελούν μόνον ένα παράδειγμα. Το αυτό ισχύει δι όλα τα αρχαία έθιμα. Τυχόν μή θρησκευτική αναγέννησίς των καταλήγει εις καρικατούρα, νεκρά μίμησι, δίχως ζωή.

Πέραν αυτού, θα πρέπει να σκεφθούν οι ελληνοπρεπείς και ένα θέμα πρακτικόν. Το να κρυβώμεθα πίσω από τον "μή θρησκευτικόν χαρακτήρα" εορτών και εκδηλώσεων είναι πρός βλάβην μας πολλαπλώς: πρώτον επειδή ούτως ή άλλως η εκκλησία θα μάς επιτεθή ως "ειδωλολάτρες" (προσθέτοντας βεβαίως και την ατιμωτική διευκρίνισι ότι "ντρέπονται να το ομολογήσουν"), και δεύτερον, αι εκδηλώσεις μένουν έκθετοι εις την κριτικήν της "αρχαιοπληξίας" και της "γραφικότητος" χωρίς να δύνανται οι εκάστοτε οργανωταί να αμυνθούν ουσιαστικώς και θεσμικώς καλυπτόμενοι όπισθεν του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.
Και κάτι γενικώτερον: η απλή, στεγνή αρχαιολατρία, ακόμη και όταν κατορθώνη να αποφεύγη την ανάκλησιν αρνητικών στερεοτύπων, δεν δύναται να έχη ουσιαστικήν απήχησιν εις την κοινωνίαν. Αντιθέτως, η θρησκεία προσφέρει ένα ώλοκληρωμένο σύστημα αξιών, σύγχρονον (και πανάρχαιον ταυτοχρόνως), το οποίον ανταποκρίνεται εις την δίψαν των ανθρώπων δια το καινούργιο, το διαφορετικό. Η μίμησις των Αρχαίων γίνεται κάτι το ζωτικό, το επαναστατικό.

Επανελλήνισις δεν σημαίνει μίμησις νεκρών μορφών, αρχιτεκτονικός ή λογοτεχνικός νεοκλασσικισμός, αλλά επανάκαμψις του ελληνικού πολιτισμού και ενστερνισμός του συνόλου των αξιών πού εκπροσωπούν τον εν λόγω πολιτισμόν. Αι αξίαι αυταί δεν είναι παρά θρησκευτικαί θέσεις. Δια παράδειγμα, η χριστιανική θέσις ότι ο κόσμος παράγει και τα εν αυτώ απαξιοί κάθε πολιτιστική δημιουργία, η ελληνική θέσις περί της θρησκευτικής αξίας της μιμήσεως του κόσμου επιβάλλει την ανάπτυξιν της Τέχνης. Ομοίως η κατοχύρωσις της αξίας εκάστου ανθρώπου ως κεκτημένου αυτοδικαίως αθάνατον ψυχήν, κατοχυρώνει την θρησκευτικήν αξίαν των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, ενώ αντιθέτως η χριστιανική θεοκρατική θέσις (κατοχυρουμένης Γραφικώς, π.χ. Αριθμοί XVΙ, 2­3, 20, 31­33, 41­49) οδηγεί εις το αθέμιστον ελέω Θεού βυζαντινόν πολίτευμα.
 
Εν κατακλείδι: η Θρησκεία μας δεν είναι απλώς ένα στοιχείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δεν είναι κάν το κορυφαίον στοιχείον του, είναι η πηγή και η ρίζα όλων των επιτευγμάτων του. Αρα η επιστροφή εις τας ελληνικάς ιδέας συνεπάγεται και την επιστροφήν εις την Ελληνικήν Θρησκείαν.

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι είμεθα Ελληνες το θρήσκευμα επειδή θέλομε απλώς την επιστροφήν εις τας αρχαίας ελληνικάς ιδέας. Ο βασικός λόγος είναι ότι η Θρησκεία μας δίδει πειστικάς απαντήσεις εις τα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου, ο οποίος ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της ζωής του εις την λατρείαν και την προσπάθειαν προσεγγίσεως των Θεών. Και η κατανόησις της φύσεως των Θεών είναι το κλειδί δια την κατανόησιν της Ελληνικής Θρησκείας.
 
Αν υποθέσωμε ότι οι Θεοί είναι "έννοιες", "φυσικές δυνάμεις" και άλλα παρόμοια, παραιτούμεθα οικειοθελώς από κάθε ελπίδα κατανοήσεως της αρχαίας ελληνικής πραγματικότητος. Μόνον αν παραδεχθούμε την ζώσαν και φωτεινήν παρουσίαν των λαμπρών αυτών Προσωπικοτήτων, θα αντιληφθούμε ποία θέρμη και ιερός ενθουσιασμός ωθούσε τους ανθρώπους εκείνους εις το να μεγαλουργούν.―