Είστε εδώ

Έζησε πράγματι ανάμεσά μας ένας άντρας που αποκαλούνταν Ιησούς από τη Ναζαρέτ;

Αναζητώντας αποδείξεις έξω από τα Πατερικά Κείμενα

Η συζήτηση για την ιστορικότητα του Ιησού ως υπαρκτού προσώπου έχει αποκτήσει κεντρική πια θέση στις βιβλικές σπουδές και δεν πρέπει να συγχέεται με τον θεϊκό Χριστό των πιστών, τον Ιησού-θεάνθρωπο της χριστιανοσύνης δηλαδή.

Οι κοσμικοί μελετητές της ύπαρξης του Χριστού έχουν χωριστεί σε διάφορα στρατόπεδα και οι θεωρίες δίνουν και παίρνουν: από τον Ιησού τον σοφό μάγο και τον αποκαλυπτικό προφήτη μέχρι και τον Ιησού τον επαναστάτη, πολλά και διαφορετικά έχουν υποστηριχθεί κατά καιρούς για το ποιος ήταν ο μυστηριώδης άντρας από τη Ναζαρέτ.

Οι ακαδημαϊκές αυτές απόψεις δέχονται ωστόσο εκ προοιμίου την ύπαρξη του Χριστού, την ίδια στιγμή που μεγάλη μερίδα ακαδημαϊκών ερευνητών απορρίπτει με σφοδρότητα την πιθανότητα να έζησε ο Ιησούς, θεωρώντας ότι η όλη συζήτηση προκαλεί «ακαδημαϊκή αμηχανία».

Κι αυτό γιατί το πρόβλημα που συναντάμε όταν προσπαθούμε να μάθουμε περισσότερα για τον ιστορικό Ιησού είναι η πρόδηλη έλλειψη σύγχρονων πηγών. Οι παλιότερες αναφορές κάνουν ξεκάθαρα λόγο για τον μυθιστορηματικό Χριστό της Πίστης, αυτόν που περπατούσε στο νερό δηλαδή, κάτι που δεν μπορεί να δεχτεί η κοσμική ακαδημαϊκή κοινότητα.

Ὁλόκληρο τὸ ἄρθρο ἐδῶ.

Σημ. Ἀναρτ.: Τὸ ἄρθρο περιέχει ὄλο τὸν προβληματισμὸ περὶ τῆς ἱστορικότητος τοῦ Ἰησοῦ. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνο τὰ γράπτα τοῦ Ἰωσήπου πλαστογραφημένα. Γενικὰ οἱ Ἐθνικοὶ ἀγνοοῦν τοὺς Χριστιανοὺς μέχρι περίπου τὸ 250 μ.α.χ.χ. Ὁ Κέλσος εἶναι ὁ πρῶτος ἀσχολούμενος μὲ τὸν χριστιανισμό, ἀλλὰ σαφῶς δὲν εἶναι ὀ ἐπικούρειος φίλος τοῦ Λουκιανοῦ Σαμοσατέως, ἀλλὰ κάποιος σύγχρονος τοῦ Ὠριγένους. Σαφῶς καὶ δὲν περίμεναν ἑξῆντα μὲ ὀγδόντα χρόνια οἱ χριστιανοὶ γιὰ νὰ ἀπαντήσουν. Ἐπίσης δὲν ἦταν στὸ τρόπο σκέψεως τῶν Ἐθνικῶν νὰ ἐρευνοῦν γιὰ τὴν ἱστορικότητα τῶν παραδόσεων ἄλλων λαῶν. Γιὰ τοὺς Ἐθνικοὺς οἱ Χριστιανοί, οἱ Ῥαββινικοὶ καὶ ἴσως οἱ Γνωστικοὶ ἦταν κάποιοι Ἰουδαῖοι ἢ κάποιοι Ἰουδαΐζοντες. Ῥωτοῦσαν τοὺς ἄλλους γιὰ τὶς παραδόσεις τους, τὶς κατέγραφαν καὶ ἴσως τὶς σχολίαζαν, ἀλλὰ ἡ ἀρχαιολογία εἶναι προϊὸν τῶν βιβλικῶν σπουδῶν. Κανένας δὲν πήγαινε στὴν Ἀθήνα, στὴν Σπάρτη ἢ στὴν Ῥώμη νὰ κάνει ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες γιὰ νὰ βρῇ τὸν Θησέα, τὸν Λυκοῦργο, τὸν Ῥωμύλο· γενικὰ στοὺς μύθους ὑπάρχει μία ἐναλλαγὴ ἡρώων καὶ κατωτέρων θεοτήτων, δὲν κινοῦνται ὅλα αὐστηρὰ στὸν ὑλικὸ κόσμο. 250, 300, καὶ 400 χρόνια μετὰ δὲν γινόταν νὰ ξέρουν γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε μέχρι τὸν Κωνσταντῖνο σχετικὰ λίγους ὀπαδούς, λιγότερο ἀπὸ τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς αὐτοκρατορίας· δὲν τοὺς φαινόταν τόσο σπουδαῖος, ὅσο φαίνεται σήμερα λόγῳ τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ χριστιανισμοῦ. Κάποιος ἀρχηγός ἰουδαϊκῆς σέκτας ἦταν, τοὺς ἔφτανε νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἦταν θεός. Μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο βέβαια, ὅποιος γινόταν χριστιανὸς κέρδιζε χρῆμα, δόξα καὶ τιμὲς καὶ ἐθνικοὶ ἔμεναν ὅσοι ἦταν ἀπαραίτητοι γιὰ τὴν λειτουργία τοῦ κράτους, ὁπότε τὰ λόγια ἦταν περιττά.