Είστε εδώ

Μερικές σκέψεις για το «κίνημα» των ελληνιζόντων

Category: 

«Δεν
είστε ούτε Ρωμαίοι, ούτε Σπαρτιάτες.
Δεν είστε ούτε Αθηναίοι. Αφήστε αυτά τα
μεγάλα ονόματα για τα οποία δεν είστε
αντάξιοι. Εσείς είστε έμποροι, τεχνίτες,
αστοί απασχολημένοι πάντα με τα ιδιωτικά
σας συμφέροντα...»
(Ζαν Ζακ Ρουσσώ,
1764)

«Δύο
είναι ακριβοί μου Έλληνες τα αίτια όπου
μας φυλάττουν δεδεμένους εις τας αλύσσους
της τυραννίας: το αμαθές Ιερατείον και
η απουσία των αρίστων συμπολιτών»

(Ανωνύμου του Έλληνος Ελληνική Νομαρχία,
1806)

Γοητευμένος
από τις αρχές της δεκαετίας του '80
(όταν, έφηβος, πρωτοδιάβασα τον Δαυλό)
με το όραμα της επανελληνίσεως του
τόπου, έχοντας αναμιχθεί τα τελευταία
δέκα περίπου έτη στις διαδικασίες του
χώρου, που διατείνεται ότι είναι ο φορέας
της και έχοντας αποκτήσει μια σχετική
εμπειρία του, δικαιούμαι να κοινοποιήσω
ορισμένες γενικές παρατηρήσεις προς
προβληματισμό και συζήτηση.

α) Το «κίνημα»
των «ελληνιζόντων» είναι
χριστιανικότατα διαχωρισμένο σε
καθοδηγητές και τους ακολουθητές, ή
(κ)οπαδούς τους. Υπάρχουν αυτοί που
«ξέρουν» και αυτοί που πρέπει να
πιστεύουν, να μην ερευνούν και να
σωπαίνουν.

β)
Οι καθοδηγητές έχουν διαβάσει κάποια
πράγματα (εύγε τους), τα ερμήνευσαν όπως
ήθελαν (δικαίωμά τους) και γι' αυτό
θεωρούν ότι το «κίνημα» αποτελεί
πνευματική τους ιδιοκτησία (δικαίωμα,
επίσης, του καθενός να νομίζει ότι είναι
ο Πάπας). Η συνήθης πρακτική τους
συνίσταται στο να ιδρύουν κάποιο νομικό
πρόσωπο (αστική μη κερδοσκοπική εταιρία,
σωματείο κ.λπ.) και να καλούν τον
ενδιαφερόμενο σε συστράτευση (όπως
λένε) αλλά, υπό την ηγεσία τους (όπως
ανειλικρινώς δεν λένε αλλά, ανακαλύπτει
εκ των υστέρων ο ενδιαφερόμενος). Ερίζουν
χριστιανικότατα για το ποιός δικαιούται
να αναγορευθεί αρχιερέας, αρχιπροφήτης,
αρχιραββίνος, αρχιεπίσκοπος, αρχιγκουρού,
αρχιμουφτής (ο,τιδήποτε τέλος πάντων,
αρκεί να περιλαμβάνει το πρόθεμα αρχι-)
του «κινήματος», όσο κι αν
υποκρίνονται, αρχικά, τους συγκαταβατικούς.
Ερίζουν επίσης χριστιανικότατα για την
άγρα (κ)οπαδών, ει δυνατόν κάποιας
οικονομικής επιφανείας, ίσως γιατί
πιστεύουν (επίσης χριστιανικότατα) ότι
ο αγώνας διεξάγεται στο πεδίο της
οικονομικής δύναμης και όχι σε εκείνο
των επιχειρημάτων και της παρρησίας.
Το όνειρό τους μπορεί να παραλληλιστεί
με κάποιου νεοεισερχόμενου στον χώρο
του εμπορίου, που οραματίζεται να
καμαρώσει το μαγαζάκι του ως πολυκατάστημα
π.χ. αίθουσα διαλέξεων (+μπουφές),
βιβλιοπωλείο, «θεματικό» καφενείο,
ευκτήριος οίκος κ.α. (ή, ίσως κάποτε και
μουσείο της δράσης του ιδρυτή του...). Το
πνευματικό κλίμα στα μαγαζάκια τους
είναι, λίγο πολύ ανάλογο των αντιστοίχων
χριστιανικών, στα οποία φλομώνουν τους
εισερχόμενους στην «ορθόδοξη»
αυθεντία, υποδεικνύοντάς τους να
αποφεύγουν τα παραμάγαζα, ως βουτηγμένα
στον βούρκο των αιρέσεων. Γιατί, λόγω
του αρχηγικώς προσανατολισμένου
χαρακτήρα τους, τα μαγαζάκια δεν αποτελούν
εστίες διαφώτισης ως προς την πάτρια
κοσμοαντίληψη αλλά, προώθησης τής ως
προς αυτήν μικροοπτικής του
ιδιοκτήτη-καθοδηγητή. Εννοείται ότι,
ενστάσεις από πλευράς (κ)οπαδών είναι
εκ των προτέρων απορριπτέες (μάλιστα
οι καθοδηγητές είναι τόσο βέβαιοι για
τη «γραμμή» τους ώστε, κι αν ακόμα
είχαν μπροστά τους π.χ. τον ίδιο τον
Παρμενίδη διαμαρτυρόμενο για τις
ερμηνείες στις οποίες τον υποβάλλουν,
δεν θα δίσταζαν να τον... βάλουν στη θέση
του.). Όσο για τη νοοτροπία τους, φανερώνει
ανθρώπους, που διακατέχονται από την,
μεσσιανικού τύπου, εμμονή ότι, τον
καθέναν τους και μόνον αυτόν έχουν -όπως
κάποιοι έγραψαν κιόλας (βλ. έντυπο
Φιλοσοφία Ζώσα τ. 8)- «προκρίνει
οι θεοί» ως πρωτοπόρο στον αγώνα για
τη λύτρωση του έθνους, από την πνευματική
χολέρα, που εδώ και δεκαεπτά αιώνες του
έχει επιβληθεί. Σε αρκετές περιπτώσεις
μάλιστα, η εμμονή έχει λάβει τέτοιες
διαστάσεις, ώστε πρόκειται, κατά το
κοινώς λεγόμενο, για «ψωνάρες».

γ)
Οι καθοδηγητές είναι, από κάθε άποψη,
αποκαρδιωτικά μικροί για να διεξάγουν
αγώνα επανελληνίσεως, ο οποίος θα φέρει
τη χώρα πλησιέστερα στην εκπλήρωση των
εθνικών, κοινωνικών και πολιτισμικών
στόχων της Επανάστασης του 1821. Μάλιστα,
λόγω του γενικότερου διανοητικού και
υλικού βολέματός τους δεν έχουν καν
αντιληφθεί ότι η Επανάσταση διέθετε
τέτοια πλειάδα στόχων. Δεν αντιλαμβάνονται
την επανελλήνιση ως κάτι άρρηκτα
συνδεδεμένο με τον Ελληνικό Τρόπο
π.χ. με τη δημιουργία μιας κοινωνίας
Δικαίου και Πρόνοιας, με την μετατροπή
της Ελλάδος σε πνευματικό αλλά και
ενεργειακά οικολογικό ομφαλό του
πλανήτη, με την δημιουργία ενός ακμαίου
έθνους φιλοσοφικώς ασκημένων πολιτών
(και όχι υπηκόων) που θα ζουν σε
καθεστώς εθνικής οικονομικής αυτάρκειας,
ατομικής υλικής αξιοπρέπειας, αισθητικώς
παραδεκτής καθημερινότητας και
ουσιαστικής ευνομίας, θα είναι σεβαστοί
παγκοσμίως για την πληρότητα (και
όχι απλώς την ποιότητα) της ζωής τους
και δεν θα απαιτούν, σαν κακομαθημένοι,
αυτόν τον σεβασμό λόγω των προγόνων
τους. Σε μια χώρα που παραπαίει στα
πρόθυρα κοινωνικού πολέμου, με μπάτσους
να δέρνουν συνταξιούχους που λιμοκτονούν,
επιχειρήσεις που, κατά τον αντεθνικότερο
τρόπο, μετεγκαθίστανται σε χώρες ακόμη
μικρότερου κόστους, πραγματική
ανεργία σχεδόν στο 20%, νεολαία που
εξωθείται έντεχνα στην ατιμωτικότερη
ιδιωτεία, διαπλεκόμενες μαφίες πολιτικών,
Μ.Μ.Ε. και μεγαλοεπιχειρηματιών, μεσαία
κοινωνική ραχοκοκκαλιά που συνεχώς
συρρικνώνεται, ενάμισυ εκατομμύριο
μετανάστες που εισήχθησαν, όχι βέβαια
ως «μοχλός ανάπτυξης» αλλά, για
να ακινητοποιηθεί σε τριτοκοσμικά
επίπεδα ο εθνικός βασικός μισθός (ο
οποίος λόγω της δημογραφικής κατιούσας
και της επακόλουθης έλλειψης εργατικών
χεριών, θα είχε αναγκαστικώς αυξηθεί,
βάσει του νόμου προσφοράς-ζήτησης, κατά
300% σε σχέση με αυτόν του 1990, δηλ. θα
βρισκόταν στον αξιοπρεπέστατο ευρωπαϊκό
μέσον όρο: τότε οι νεοέλληνες δεν θα
θεωρούσαν τόσο υποτιμητικό να κάνουν
κάποιες «παρακατιανές» αλλά,
τουλάχιστον, αξιοπρεπώς αμειβόμενες
δουλειές, που σήμερα τις κάνουν για λίγα
ψίχουλα οι μετανάστες), προσβλητικά
γελοίες «παροχές», προκλητική
πλουτοκρατία και έναν λαό, που είναι
δρομολογημένος, ως γνήσιος τριτοκοσμικός,
να αναζητά παγκόσμιες διακρίσεις μόνο
μέσω του βιομηχανοποιημένου «αθλητισμού»,
η εστίαση του χαρακτήρα της επανελληνίσεως
σε ζήτημα κατ' αρχήν θρησκευτικό, έχει
ήδη (αν δεν θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω
από το δαχτυλάκι μας) εκληφθεί από την
κοινωνία, ως ένα εκτός τόπου και χρόνου
γραφικό φολκλόρ, το οποίο την αφήνει
δικαιολογημένα παντελώς αδιάφορη.
Επίσης, η αδικαιολόγητη άγνοιά τους της
ιστορίας των κοινωνικών κινημάτων, τους
έχει αγκυλώσει στην απλοϊκή (και, ως
γνωστόν, ιστορικώς αδιέξοδη) μαρξιστική
αντίληψη ότι, η οποιαδήποτε κοινωνική
αλλαγή είναι περισσότερο ζήτημα
«στρατηγικής», «τακτικής»
και επικοινωνιακών χειρισμών (που,
φυσικά, μπορούν να διεξαχθούν μόνο υπό
την καθοδήγηση μίας «φωτισμένης»
ελίτ, δηλ. -σωστά μαντέψατε-. των ιδίων)
και λιγότερο μια κοινωνική διαδικασία,
η οποία προϋποθέτει τον σχηματισμό ενός
κινήματος, που θα λειτουργήσει εξ'
αρχής σε υγιή βάση, δηλαδή με τρόπο
σύμφωνο προς τις αρχές που επικαλείται
(τις οποίες δεν θα αναστέλλει επ'
αόριστον για λόγους... τακτικής).Ενός
κινήματος που δεν θα καταφεύγει στην
εύκολη λύση της αντιγραφής των μεθόδων,
του αντιπάλου (κατά την παπική ρήση «ο
σκοπός αγιάζει τα μέσα»), αλλά θα
στηρίζεται στα δικά του μεθοδολογικά
πόδια (κατά την πάγια ελληνική βιοτική
επιταγή ότι, τα μέσα οφείλουν να
αντανακλούν τον σκοπό). Η ίδια αντίληψη
έχει εγκλωβίσει και διανοητικώς τον
«χώρο», σε μια μετά μαλακίας
διαμάχη (ανάλογη με τις πάμπολλες
χριστιανομαρξιστικές), για μία, στενά
δογματική, επεξεργασία των θέσεών του.
Οι παραπάνω νοοτροπίες του συνόλου
σχεδόν των καθοδηγητών, πηγάζουν κυρίως
από τον βαθύτατο εντυπωσιασμό και
θαυμασμό τους για τον συγκεντρωτικό
τρόπο οργάνωσης και δράσης της ορθόδοξης
εκκλησίας. Το αίσθημα κατωτερότητας
και ο ηττοπαθής ίλιγγος που τους
καταλαμβάνουν απέναντι στην
«αποτελεσματικότητα» των μεθόδων
της, τους έχει οδηγήσει στην περιφρόνηση,
και καταισχύνη των μεθόδων-όπλων της
πάτριας κοσμοαντίληψης(«ού καταισχύνω
τα όπλα τα ιερά» ορκίζονταν οι
Αθηναίοι), τα οποία έχουν εγκαταλείψει
ως επίορκοι ριψάσπιδες, προ μόνης της
απλής θέας του αντιπάλου. Αντ' αυτών
έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα ευλαβικού
πιθηκισμού των μεθόδων του, βαφτίζοντάς
τες για την περίσταση, «τακτικούς
ελιγμούς» και αιτιολογώντας τες ως
«ρεαλισμό». Π.χ. κάποιοι μαγαζάτορες,
προκειμένου να ανταγωνιστούν την
ορθόδοξη εκκλησία στον τομέα μαζικής
προσελκύσεως «πελατείας», έχουν
καταφύγει στην παροχή ιδεολογικής
στέγης σε ομοφυλόφιλους, κάτι όμως που
έγινε υπό την ιδιότητα των νεοεισερχομένων
ως ομοφυλοφίλων
(φαντάζεστε «πανηγύρι»,
εάν απαιτούσαν κάτι αντίστοιχο και οι
ετεροφυλόφιλοι του «κινήματος»;).
Αυτό επιβεβαιώθηκε, όπως ψυθιρίζεται...
εκκωφαντικά, με την εκ των υστέρων
σιωπηρή ανοχή των ιδιοκτητών του εν
λόγω μαγαζακίου, σε μία πολλοστή,
βασισμένη υποτίθεται στην αρχαία
ελληνική γραμματεία, προσπάθεια
δικαιολόγησης ορισμένων -αδιάφορο
ποιών- ερωτικών προτιμήσεων, η οποία
όμως, για πρώτη φορά στην Ιστορία,
εκπορεύεται επαίσχυντα από το εσωτερικό
ενός -αυτοθεωρούμενου- «κινήματος
επανελληνίσεως». Με τέτοιες αντιπαροχές
προσπαθούν κάποιοι αποθρασυνθέντες
εργολάβοι της επανελλήνισης να κορέσουν
το μεσσιανικό τους σύνδρομο. Δίπλα
στους προρρηθέντες υπάρχουν και αυτοί,
που πιστεύουν ότι, η -επιφανειακή αλλά,
ίσως χρήσιμη- νομική δικαίωση (πρωτοκόλληση,
για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους)
της ελληνικής «θρησκείας» (μέσω
του μαγαζακίου τους και της καθόλου
ευκαταφρόνητης ευρωπαϊκής επιχορήγησης
που ενδεχομένως θα λάβει επί τούτου)
αποτελεί αυτομάτως την ιστορική, ή άλλη
δικαίωσή της, ξεχνώντας ότι οι
κοσμοαντιλήψεις δικαιώνονται, ή
ευτελίζονται μακροϊστορικά, πρωτίστως,
από το ποσοστό της προς αυτές συνέπειας,
αυτών που τις πρεσβεύουν. Προς αυτή την
κατεύθυνση είναι και αυτοί διατεθειμένοι
να παζαρέψουν ελαφρά τη καρδία, ζωτικές
παραχωρήσεις σε θέματα αρχών, με πρώτη
και κύρια την υποβάθμιση του αγώνα από
πολιτικό σε δημοσιοσχεσίτικο και
νομικίστικο. Πρόσχημά τους, να μην ...
τρομάξει η κοινή γνώμη (η οποία, φυσικά,
δεν είναι ούτε κοινή, ούτε γνώμη αλλά,
απλώς, μια κοινωνιολογική αφαίρεση, που
έχει καταντήσει πιπίλα των απανταχού
άτολμων) από μια ενδεχόμενη ανυποχώρητη
στάση του «κινήματος» σε οποιοδήποτε
ζήτημα. Η μαχητικότητά τους εξαπολύεται
ασυγκράτητη, με τη μορφή της σχεδόν
γλοιώδους προσκολλήσεως σε «στρατηγικούς»
στόχους, όπως ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι
λιγότερο, ή περισσότερο ανευθυνοϋπεύθυνοι
ως προς τον νομικό κόλαφο της «αναγνώρισης»
της ελληνικής «θρησκείας»,
δημοσιογράφοι, διάφοροι «παράγοντες»
της κοινωνικής, επαγγελματικής κ.λπ.
ζωής, υποψήφιοι χορηγοί (=θύματα;) κ.α.
Η μαχητικότητά τους δεν κάμπτεται, ούτε
προ της καλλιέργειας σχέσεων (πραγματικών,
ή εντέχνως φημολογουμένων) ακόμα και
με υποκείμενα του κοινωνικού περιθωρίου,
όπως οι, ως γνωστόν, ανεπάγγελτοι, ή
επαγγελματικώς αποτυχημένοι, ελλαδίτες
«δημόσιοι» άνδρες και γυναίκες:
τέτοιου είδους συναναστροφές, με
καιροσκόπους που ο βίος και η πολιτεία
τους βοούν για το ότι δεν διαθέτουν
ίχνος τιμής, οι εθνοσωτήρες του σαλονιού
θεωρούν κατ' εξοχήν επένδυση για το
μέλλον του «κινήματος». Γι' αυτό
απορρίπτουν ασυζητητί κάθε μορφή αγώνα
που μπορεί να ξεπεράσει ένα σημείο,
μέχρι του οποίου θεωρούν ότι, μπορούν
να έχουν τον έλεγχο. Ο ανομολόγητος όμως
εφιάλτης κάποιων είναι μην «προκαλέσουν»
με τις ενέργειές τους την εξουσία και
προβάλλει νομιμοφανή προσκόμματα στη
λειτουργία του μαγαζακίου τους, πριν
προλάβει να τού εγκριθεί η επιχορήγηση
που λέγαμε (την τύχη του οποίου έχουν
αλαζονικά ταυτίσει με την τύχη του
«κινήματος» εν γένει). Π.χ. μπορεί
στη θεωρία να διατυμπανίζουν ότι τα
ιερά της «θρησκείας» μας ταυτίζονται
απολύτως με τους ιερούς τόπους των
προγόνων μας, τους οποίους όμως δεν
διανοούνται να διεκδικήσουν παλληκαρίσια
για να τιμήσουν εκεί την προγονική
κοσμοαντίληψη, ίσως γιατί χειραγωγούν
ευκολότερα τα ποίμνιά τους, μαντρώνοντάς
τα στα μαγαζάκια τους (ευρισκόμενα
συνήθως σε διαμερίσματα, ή υπόγεια
πολυκατοικιών,-το ότι οι αρχαίοι δεν
ιερουργούσαν σε σκεπασμένους χώρους
είναι, κατά την εκτίμησή τους, ένας
ανάξιος λόγου αναχρονισμός που πρέπει
μάλλον να εγκαταλειφθεί). Όσοι μιλούν
για μία δράση περισσότερο ουσιώδη και
αντάξια της προγονικής πολιτικής
κληρονομιάς, αντιμετωπίζονται με
ειρωνεία, ως «ρομαντικοί», που
«δεν έχουν καταλάβει» ότι «οι
καιροί έχουν αλλάξει», ότι «δεν
ζούμε στην αρχαία Ελλάδα» και ότι,
«πρέπει να ρίξουμε νερό στο κρασί
μας», «να μην χτυπάμε τη γροθιά
μας στο μαχαίρι», «να γίνουμε πιο
ευέλικτοι». Δηλαδή, να αναστείλουμε
«προσωρινά» τις προγονικές επιταγές
περί, συνεπούς προς τα ιδεώδη του,
πολιτικού Αγώνος, να δείχνουμε στις
Αρχές το πρόσωπό μας των καλών και
υπάκουων παιδιών αρκούμενοι σε ό,τι μας
πετούν, να μην «προκαλούμε»
προβάλλοντας «πολλές» απαιτήσεις
«τώρα που (μετά από τόσα χρόνια;) είναι
ακόμα αρχή» (γιατί, όπως κινδυνολογούν
οι καθοδηγητές και χάφτουν οι (κ)οπαδοί,
μπορεί να... εξαπολυθεί κανένας διωγμός
εναντίον μας, ή να μας... απολύσουν από
την εργασία μας, ή ακόμα -επαυξάνει ο
γράφων- να μας κάνουν ντα!), να
«εκσυγχρονίσουμε» τις πολιτικές
μεθόδους των αρχαίων δηλαδή, να γίνουμε
πιο «επικοινωνιακοί» ώστε, να μην
αποθαρρύνουμε τους ενδιαφερόμενους
«βάζοντάς τους δύσκολα» αλλά, να
τους «ψαρεύουμε» ως ό,τι ήσαν πάντα
δηλ. ως υπηκόους και μάζα(=κράχτης για
το κάθε μαγαζάκι -άλλωστε δεν θα
χρειαστεί να κάνουν και τίποτα περισσότερο
εκεί μέσα, αφού τα «υψηλά» καθήκοντα
τα έχουν αναλάβει άλλοι), να στήσουμε
στο άρπα κόλλα ένα -κατ' όνομα- «κίνημα»
(στην ανάγκη, τόσο συνειδητοποιημένο
όσο και οι ορθόδοξες λαοσυνάξεις και
-το σημαντικότερο- με υπολογίσιμο
απόθεμα υπογραφών για τα, πότε βρίθοντα
στόμφου και πότε δουλοπρέπειας,
πυροτεχνήματα με τα οποία διασκεδάζουν
κάθε τόσο την πλήξη των δημοσίων υπηρεσιών
οι καθοδηγητές). Άλλωστε τα, προσωρινώς
μόνο, ανασταλέντα, πιστεύω μας θα μας
περιμένουν υπομονετικά στο τέλος του
δρόμου της επανελλήνισης:εκεί θα τα
αποσαβανώσουμε από το «εκσυγχρονισμένο»
περιτύλιγμά τους και θα μεταλλαχθούμε
από χαμαιλέοντες σε ...Έλληνες. Αυτά
είναι χαμερπής βυζαντινοφαναριώτικη
πολιτική και όχι πολιτικός αγώνας με
την πάτρια έννοια (ο οποίος περιλαμβάνει
αναντίρρητα ως υποσύνολο την έννοια
των τακτικών ελιγμών για τον
αποπροσανατολισμό του αντιπάλου -όπως
π.χ. η γνωστή αντιμετώπιση του Πολυφήμου
από τον Οδυσσέα, η οποία όμως δεν
προϋπέθετε τίποτε το αναξιοπρεπές
για
τον δεύτερο- αλλά, δεν μπορεί επ' ουδενί
λόγω να καρκινοβατεί μέσα σε αυτούς, να
γραικυλοποιείται και να χάνει την ουσία
του). Η επανάπαυσή τους στα προσωπικά
κεκτημένα τους (μαγαζάκια, κάποιο
κοινωνικό γόητρο κ.λπ.) δεν τους επιτρέπει
να κατανοήσουν ότι η επανελλήνιση της
Ελλάδος μπορεί να αποβεί η σημαντικότερη
επανάσταση, όχι μόνο της νεοελληνικής
αλλά ίσως και της παγκόσμιας νεότερης
Ιστορίας και ότι, οι επαναστάσεις δεν
διεξάγονται ως βυζαντινές ίντριγκες
στα πολιτικά παρασκήνια από τον κάθε
μεσσιανόπληκτο φωστήρα, αλλά, από
συνειδητοποιημένα, ως κάποιο βαθμό,
κοινωνικά μορφώματα. Επίσης δεν
κατοχυρώνονται με πρωτοκολλήσεις, δεν
αυτοεξαντλούνται σε τηλεοπτικά
μαλλιοτραβήγματα, ούτε κρίνονται στη
σφαίρα των δημοσίων σχέσεων.

δ)Κι
αν «αναγνωριστεί» η ελληνική
«θρησκεία», αυτό δεν θα σημαίνει
τίποτα περισσότερο από την αναγνώριση
κάποιων από τα επί τούτου ήδη
δραστηριοποιούμενα νομικά πρόσωπα, την
ποιμεναρχία κάποιου εκ των οποίων θα
υποχρεούται να αποδεχθεί εγγράφως
όποιος σκοπεύει να τελέσει «έγκυρη»
ιεροπραξία. Έτσι έχουμε ήδη φθάσει στο
σημείο (μετά και την πρόσφατη «αναγνώριση»
ενός εκ των ως άνω νομικών προσώπων)
όπου π.χ. όποιοι γονείς τελέσουν κατά
την πάτρια οικιακή λατρεία την ονοματοθεσία
(Αμφιδρόμιον Ήμαρ) του παιδιού τους,
δηλ. στο σπίτι τους με ιερουργούντες
τούς ίδιους, η τελετή δεν θα είναι...«έγκυρη».
Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να παρίσταται
ο «εγκεκριμένος» ιερέας κάποιας
«αναγνωρισμένης» «αρχαιόθρησκης»
παράγκας και, προφανώς θα υπάρχει και
παγκάρι γιατί, «οι καιροί έχουν
αλλάξει» και «δεν ζούμε στην
αρχαία Ελλάδα». Κατόπιν το, τελέσαν
την «έγκυρη» ιεροπραξία,
«αρχαιόθρησκο»...Ιερατείο χορηγεί
βεβαίωση, η οποία προσκομίζεται για την
-κατάφωρα και κατάπτυστα χριστιανική-
καταχώρηση της, στη ληξιαρχική πράξη
γεννήσεως του παιδιού ώστε, αυτό να
είναι καπελωμένο από βρέφος (όπως κάνουν
οι χριστιανοί στα παιδιά τους) με τη
θρησκεία που προαποφάσισαν οι γονείς
του(φυσικά τα παραπάνω αφορούν μόνον
αυτούς που τους απασχολεί η... «εγκυρότητα»).
Προφανώς τα ίδια θα ισχύσουν και για
άλλες πλευρές, της οικιακής τουλάχιστον
λατρείας, όπως ο γάμος. Για να μην επεκταθώ
και σε άλλα ζητήματα όπως, το τί θα
συμβαίνει εάν κάποτε κατοχυρωθεί για
τους «ελληνίζοντες» το δικαίωμα
αργίας λόγω κάποιων σημαντικών εορτών
τους. Θα πρέπει, προκειμένου να απουσιάσουν
από την εργασία τους, να αποδεικνύουν
την «αρχαιόθρησκη» ιδιότητά τους
στον εργοδότη τους με κάποιο πιστοποιητικό
... θρησκευτικών φρονημάτων; Και ποιά θα
είναι η εκδούσα Αρχή τέτοιων μπακαλόχαρτων;
Κάποια από τα σημερινά μαγαζάκια, τα
οποία, φυσικά, θα προαπαιτούν την εγγραφή
σε αυτά, των αιτούντων; Ή θα αρκεί η
έκδοση μιας ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως
σαν την προαναφερθείσα; Ή, καλύτερα, να
αγωνιστούμε με τους χριστιανούς, για
την επαναφορά της αναγραφής του
θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες;
Έτσι, κάθε μαντρί θα έχει άπαξ μαρκαρισμένα
τα αμνοερίφιά του. Συνέπεια των παραπάνω
θα είναι η χριστιανικότατη παραμονή
κάποιων, κατά τα πάτρια πολιτειακών
αρμοδιοτήτων (γάμος, ονοματοθεσία
κ.λπ.) στις -έχει σημασία ποιές;- θρησκείες
και, βέβαια θα πάει περίπατο και το
αίτημα του χωρισμού οργανωμένων
θρησκειών-Πολιτείας μια και η δεύτερη
θα συνεχίζει χριστιανικότατα να
υποκαθίσταται από τις πρώτες. Θα έχει
δημιουργηθεί ακόμα μία, ή περισσότερες
«ελληνικές» θρησκείες, με τις
αντίστοιχες Εκκλησίες-παρωδίες τών
χριστιανικών, οι οποίες θα λειτουργούν
επί -χριστιανικοίς- ίσοις όροις με
την νυν επικρατούσα, ως κατ' εικόνα και
ομοίωσή της. Έτσι, πάνω που κάποιοι θα
καυχώνται ότι, έβγαλαν τον χριστιανισμό
από την πόρτα, θα τους τον έχουν ξαναβάλει
από το παράθυρο. Εκεί τους πάνε τους
αρπακολλατζήδες εθνοσωτήρες της
συμφοράς. Μάλιστα, οι «τακτικοί
ελιγμοί», η «ευελιξία», ο
«εκσυγχρονισμός» του πατρίου
πολιτικού και ιερουργικού τρόπου, ο
«ρεαλισμός» (και, πάνω απ' όλα, η
εξόφθαλμη έλλειψη άνεσης των καθοδηγητών
με την κοσμοαντίληψη, που κόπτονται ότι
θέλουν να επαναφέρουν), έχουν επεκταθεί
και στην υιοθέτηση της εννοιολογίας
του αντιπάλου, π.χ. αρκετοί κάνουν στα
σοβαρά λόγο, όχι μόνο για ελληνική...
«θρησκεία» και «Ιερατείο»
(λέξεις που οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν,
κατά κανόνα, για να περιγράφουν εκτός
ελλαδικού χώρου καταστάσεις) αλλά και
«πίστη», ή «πιστούς» (λέξεις
που χρησιμοποιούντο με σαφέστατα
μειωτική σημασία), επαληθεύοντας τη
χαιρέκακη ρήση ότι, τελικά καταντούμε
ό,τι μισούμε. Η εκ του ασφαλούς στάση
των καθοδηγητών, η παντελής έλλειψή
τους διορατικότητας και η επακόλουθη
ανεπάρκειά τους απέναντι στις ιστορικές
περιστάσεις, μπορεί να συναχθεί -για
κάποιον που δεν είχε τη χαρά να τους
γνωρίσει προσωπικά- και από την πλήρη
άρνησή τους όλα αυτά τα χρόνια, να
συνδημιουργήσουν κάτι στοιχειωδώς πιο
αναβαθμισμένο από τις απόλεμες στρούγκες
τους και τους μνημειώδεις παπαδίστικους
σκυλοκαβγάδες τους (γεγονότα που αρκούν
για να καταρρεύσει για το σύνολο των
μαγαζακίων κάθε, έστω και επιφανειακός,
παραλληλισμός του με το, υποτίθεται,
αντίστοιχό του, των πολλών διαφορετικών
φιλοσοφικών σχολών της αρχαιότητας,
αλλά και για τους καθοδηγητές κάθε
φαντασίωση περί υποτιθέμενης ενσάρκωσης
από αυτούς, του ελληνικού ιδεώδους της
συνεύρεσης θεωρίας και πράξης στο αυτό
πρόσωπο). Λέγοντας να συνδημιουργήσουν,
δεν εννοώ ένα ακόμη εθνοσωτήριο κόμμα
(επίσης ξένη προς την ελληνική κοσμοαντίληψη
μέθοδος) - ιδέα που έχει προταθεί ως
πανάκεια από κάποιους, που πιστεύουν
αφελώς ότι, το «κίνημα», ενώ δεν
έχει ακόμα ριζώσει στο αλληλοσπαρασσόμενο
εσωτερικό του, έχει κιόλας βλαστήσει
στην κοινωνία (οι επίδοξοι εθνοπατέρες
δεν έχουν καταφέρει να πείσουν ούτε
καν ένα σεβαστό ποσοστό του αριθμητικώς
ασήμαντου «κινήματος», χώρια που
σε κάποια ακραίως υποθετική είσοδο
τέτοιων...πολιτευτών στο κοινοβούλιο,
θα γελάσει, όχι μόνο ο κάθε αγέλαστος
χριστιανός άγιος, αλλά και οι «μανούλες»
της κοινοβουλευτικής πιάτσας, οι οποίες
ήδη τους χειρίζονται σαν σκυλιά του
Παυλώφ). Αναφέρομαι σε ένα χαλαρά
συνδεδεμένο πανελλήνιο δίκτυο ομάδων,
που κάθε μία θα προήγαγε στο εσωτερικό
της την πολιτική με την αρχαία έννοια
δηλ. την κοινωνικότητα, τη συζήτηση, την
συλλογικότητα, την εκπαίδευση ολοκληρωμένων
πολιτικών όντων μέσω των διαδικασιών
της άμεσης δημοκρατίας και όλες μεταξύ
τους, την εξωστρέφεια, τη φαντασία στην
αναζήτηση τρόπων, την αλληλεγγύη, την
αυτοπεποίθηση και τον αυτόματο
αυθόρμητο συγχρονισμό
, ενός αληθινού
κινήματος-πόλεως, αντί της
περιχαράκωσης, της κρυψίνοιας και της
μιζέριας, στις οποίες βουλιάζουν οι
ανεκδιήγητοι λοχίες της επανελλήνισης,
συμπαρασύροντας και εκθέτοντας τους
ακολουθητές τους. Έναν χώρο, που πρώτα
απ' όλα θα ήταν -για όσο χρειαστεί- η
πνευματική μας πατρίδα και δεν θα
αναπαρήγαγε στο εσωτερικό του την
γενικότερη διάλυση και κόπωση του
περιγύρου. Ένα κίνημα, το οποίο θα ρίζωνε
στην κοινωνία, πείθοντάς την ότι, αυτά
που λέει την αφορούν πολύ περισσότερο,
απ' όσο αυτή νομίζει (αντί π.χ. να
υποβιβάζει τη συζήτηση σε γελοία
θρησκόληπτα επίπεδα, όπως εκείνης,
μεταξύ παρακμιακών νεοπυθαγορείων και
χριστιανών, σχετικά με το ποιών η θρησκεία
είχε τα πιο πολλά και αληθινά...θαύματα,
τα πιο ισχυρά... ξεματιάσματα και τα πιο...
θεόσταλτα όνειρα). Έναν χώρο, ο οποίος
δεν θα χρειαζόταν τις δημόσιες σχέσεις
γιατί, θα είχε επιβληθεί με την σοβαρότητα
του λόγου του και των έργων του, θα είχε
συσπειρώσει τους καλούς κ'αγαθούς, θα
είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του (άρα
το ψυχολογικό προβάδισμα -ανέκαθεν
συνώνυμο της νίκης, για τους Έλληνες)
και θα ανάγκαζε τον αντίπαλο να βγει
από τα νομικίστικα λαγούμια του και να
πολεμήσει σε ανοιχτό πεδίο (ως γνωστόν,
εκεί όπου οι Έλληνες ηττούνταν μόνο
όταν πολεμούσαν μεταξύ τους). Ένα κίνημα,
που θα είχε ως κύρια επιδίωξη να επιβάλλει
τους δικούς του κανόνες στη σύγκρουση
ώστε, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον να
μπορούμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε, όπου
αυτό θα απαιτείται, ως «Έλληνες κατά
τα πάτρια» με μια απλή δήλωσή μας
(όπως άλλωστε ισχύει για τους χριστιανούς
και τους άθεους). Αντί ενός «κινήματος»,
το οποίο κουβαλώντας όλη την ηττοπάθεια,
την ανασφάλεια και τη φαιδρότητα των
ηγετίσκων του, έχει αφεθεί να (δια)συρθεί
εξ' αρχής σε πεδία αναμέτρησης, που
γνωρίζει καλύτερα ο αντίπαλος και γι'
αυτό, δεν έχει (κι ούτε πρόκειται) να
επιδείξει την παραμικρή ουσιαστική
επιτυχία. Θα είχαμε προχωρήσει
κάπως, έστω κι αν απλώς, όλοι αυτοί οι
τζάμπα μάγκες της επανελλήνισης, δεν
απαξιούσαν να κάνουν μεταξύ τους το ένα
εκατοστό των συμβιβασμών, απ' όσους
έχουν ανενδοίαστα κάνει με την επικρατούσα
κοσμοαντίληψη.

ε)
Επειδή οι λαοί, τα κινήματα, τα ανθρώπινα
μορφώματα γενικότερα, αναδεικνύουν
πάντα και μόνο τους εκφραστές και
τους ηγέτες που τους αξίζουν, δεν θεωρώ
δίκαιο να πέσει σε αυτούς η «πέτρα
του αναθέματος» (όπως και παραπάνω,
αναγκάζομαι να κάνω χρήση χριστιανικών
σημαινομένων γιατί, μόνο με αυτά έχουν
έμπρακτα αποδείξει ότι, είναι πλήρως
εξοικειωμένοι και συμφιλιωμένοι,
καθοδηγητές και (κ)οπαδοί). Άλλωστε οι
καθοδηγητές δεν θα «βάραγαν» εάν
το κοπάδι δεν προτίθετο να χορέψει (σε
μια υποθετική περίπτωση αποποιμνιοποίησης
οι καθοδηγητές δεν θα εξαφανίζονταν
βέβαια, αλλά θα περιφέρονταν ανάμεσά
μας ως οι τρελοί του χωριού, με εμφανή
πλέον την ψυχική τους μειονεξία, ή θα
μετοικούσαν σε χώρους με περισσότερες
προοπτικές μεσσιανικής καρριέρας).
Φρονώ ότι, η κατηγορία πρέπει να
διατυπωθεί πρωτίστως εναντίον του
ποιμνίου, το οποίο, αποτελούμενο από
γνήσιους χριστιανούς (κι ας αυταπατώνται
ότι έπαψαν να είναι τέτοιοι μόνο και
μόνο επειδή πλέον επικαλούνται -κατά
πανομοιότυπο θρησκόληπτο τρόπο-
τον
Δία, αντί του Γιαχβέ) χάσκει εκστασιασμένο
μπροστά στις «αλήθειες» που κάποιοι
«ειδικοί» ανακάλυψαν πριν από
αυτό, για αυτό. Είναι γνωστή η οκνηρία
των περισσοτέρων νεοελλήνων να μελετήσουν
μόνοι τους, χωρίς τη βοήθεια «εξηγητών»,
κάτι πιο δυσνόητο από αθλητική εφημερίδα.
Γιατί αυτό να μην ισχύει και για τους
«ελληνίζοντες»; Γιατί κάποιος να
αρχίσει να διαβάζει και να συζητά τους
αρχαίους συγγραφείς και να μην εντρυφήσει
με βλακώδη κατάνυξη στην περί αυτών,
προκρουστείως «εκλαϊκευμένη»,
εκδοχή, την οποία πασχίζει να περάσει,
ως κομματική γραμμή ο κάθε κομπλεξικός
κομισσάριος που λυμαίνεται τον χώρο;
Γιατί να μεριμνήσει προσωπικά για την
φιλοσοφική, θεολογική, ή άλλη πνευματική
του κατάρτιση και να μην ανοίξει το
ράμφος του -ως κουτορνίθι- για να χάψει
την ετοιματζίδικη προμασημένη τροφή,
του... ελληνόθρησκου πνευματικού του;
Γιατί να αρχίσει να αυτομορφώνεται,
δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις
ώστε, να μπορεί να στριμώξει τους
μονοπωλούντες (και χειραγωγούντες) τον
λόγο «αστέρες» του χώρου και να
μην αποφύγει να «εκτεθεί»
κατακεραυνούμενος δημοσίως από τον
«αρχηγό», ρίχνοντάς το με τους
ομοϊδεάτες του στα παϊδάκια παρακείμενης
ταβέρνας και στις εύκολες αντιχριστιανικές
κορώνες (συνήθως, εμψυχωμένος μετά από
κάποιο «δρώμενο»); Γιατί να μην
πιστέψει απλοϊκά αυτούς που του λένε
ότι, ο «κακός» χριστιανισμός έπεσε
από το πουθενά, στον «καλό»
«αρχαιόθρησκο» κόσμο και, που του
αποκρύπτουν ότι, η τερατογένεσή του
(του χριστιανισμού) προετοιμάστηκε,
μεταξύ άλλων, από νοοτροπίες και λάθη
που διαιωνίζουν και οι σημερινοί
«ελληνίζοντες»; Γιατί να μπεί στον
κόπο να σκεφθεί ερωτήσεις όταν τού έχουν
ήδη εξασφαλίσει τις απαντήσεις; Γιατί
να μπλέξει σε κοπιώδεις διαδικασίες
αυτοκαθορισμού του και να μην φορέσει
μια φανέλα με αρχαιοελληνικό θέμα, μια
κονκάρδα, ή να μην κάνει ένα σχετικό
τατουάζ, βρε αδερφέ; Ή γιατί να μην
συνεισφέρει στη «διαφήμιση» του
τσίρκου της επανελλήνισης, περιβεβλημένος
τον πέπλο του, μιλώντας στο κινητό του,
καπνίζοντας και υποδεδημένος αθλητικά
παπούτσια, εν' όσο καμαρώνει σαν γύφτικο
σκεπάρνι μπροστά στις φωτογραφικές
μηχανές περιοδικών ποικίλης ύλης; Γιατί
μαζί με τον-επιφανειακό- ιδεολογικό
του προσανατολισμό, να αλλάξει και την
-βαθειά- βυζαντινή του νοοτροπία,
μεταμορφούμενος, αρχικά τουλάχιστον
εντός του «κινήματος», από υπήκοο
σε πολίτη και να μην περιοριστεί παθητικά
στην παρακολούθηση καμιάς διαλεξούλας,
και, πότε πότε, σε καμιά υπογραφούλα,
βγάζοντας την ουρίτσα του απ' έξω και
επιτρέποντας στους νεόκοπους εθνοσωτήρες
να κομπάζουν για το πόσο ηρωικά προσπαθούν
να βγάλουν το φίδι από την τρύπα; Αφού
και εκτός του «κινήματος», δεν
διάγει τον κατά τα πάτρια, βασισμένο
στον αυτοσεβασμό και στην προσωπική
ακεραιότητα, βίο, αλλά κάνει «ό,τι
κάνουν όλοι» (=όλοι αυτοί τους οποίους,
προτρέπει -χωρίς, φυσικά, πειστικότητα-
να αλλάξουν τρόπο ζωής και σκέψης)
καθημερινά σε αυτή τη χώρα των πελατειακών
σχέσεων, δηλαδή έχει ίσως γραφτεί σε
κάποιο κόμμα, ή κάνει τις «δημόσιες
σχέσεις» του, ή είναι διατεθειμένος
να λαδώσει, ή να φιλήσει κατουρημένες
ποδιές -όλα αυτά προκειμένου π.χ. να
πάρει προαγωγή στην εργασία του, ή να
του διορίσουν το ατάλαντο παιδί του
κ.λπ. Και γενικότερα, γιατί να ακολουθήσει
τον δύσκολο δρόμο της Αρετής (δηλ. της
προσωπικής ολοκλήρωσης) και να μην
εξακολουθήσει να παρακάμπτει με την
γνωστή ελλαδίτικη υποκρισία, κουτοπονηριά
και διπροσωπία τις δυσκολίες της
καθημερινότητας (και μαζί τα... κορόϊδα
που τις αντιμετωπίζουν κατά πρόσωπο),
παριστάνοντας ταυτόχρονα τον Ελληναρά,
για να καταπραϋνει το αίσθημα ασημαντότητάς
του; Στο κάτω της γραφής, δεν είναι
ανώτερος από τους χριστιανούς μόνο και
μόνο επειδή... πιστεύει στον Δία (δηλ.
επειδή φοράει τον σκούφο του αλλιώς);
Όπως οι ρήτορες της Δεύτερης Σοφιστικής
θεωρούσαν ότι, κατέχοντας απταίστως
την αττική διάλεκτο θα έφθαναν το ψυχικό
ανάστημα των αρχαίων Ελλήνων (ασχέτως
του ότι οι ίδιοι, δηλ. οι αττικίζοντες,
δεν έχαναν ευκαιρία να συναγωνίζονται
στο γλύψιμο των Ρωμαίων), έτσι και οι
σημερινοί «ελληνίζοντες» θεωρούν
επαρκή συνθήκη να δηλώνουν π.χ.
«αρχαιόθρησκοι» προκειμένου να
αυτοχρισθούν συνεχιστές των προγόνων
τους (ασχέτως εάν δεν αλλάζουν νοοτροπία
και δεν συμπεριφέρονται στην καθημερινή
τους ζωή και στον χώρο των «ελληνιζόντων»
ως Έλληνες αλλά, άγονται και φέρονται,
ως ζαβλακωμένοι πελάτες των διαφόρων
σημερινών κοτσαμπασήδων, ή ως παιδιά
για τα θελήματα των καθοδηγητάδων τους).
Αποτελεί μεγάλη τύχη για όλους αυτούς
τούς «ελληνίζοντες» Μανωλιούς,
το ότι -μέχρι στιγμής- δεν τους έχει
περιλάβει κάποιος σύγχρονος Αριστοφάνης,
κάποιος ευφυής πολίτης και, ταυτόχρονα,
γνωστός καλλιτέχνης, όπως π.χ. ο Τζίμης
Πανούσης...

στ)
Γίνεται ολοένα δυσκολότερο να βρει
κανείς στον χώρο των «ελληνιζόντων»
Έλληνες, δηλαδή ανθρώπους αποφασισμένους
να πάρουν τοις μετρητοίς την επιλογή
τους αυτή: άριστους συμπολίτες, που
έχουν φροντίσει να είναι πνευματικά
και ψυχικά προετοιμασμένοι ώστε, να
συμμετέχουν αυτοπροσώπως τόσο στα κοινά
του «χώρου» όσο και στα έξω από
αυτόν, δεν εκχωρούν σε κανέναν ξερόλα
«αντιπρόσωπο» το δικαίωμά τους
να δρουν ως πολιτικά όντα και δεν
αναπαράγουν στην οποιαδήποτε προσωπική,
ή δημόσια δραστηριότητά τους το ανήθικο
χριστιανικό σχίσμα μεταξύ μέσων και
σκοπών.

ζ)
Οι σημερινές εξελίξεις στον χώρο των
«ελληνιζόντων» ικανοποιούν πλήρως
την Εκκλησία της Ελλάδος. Εκδηλώσεις
για τον Ιουλιανό και την Εαρινή Ισημερία,
τελέστηκαν κατόπιν «νομίμου αδείας»,
που εξασφάλισε προσφάτως «αναγνωρισμένο»
νομικό πρόσωπο, στριμωγμένες στο
περιθώριο των αρχαιολογικών χώρων όπου
είχαν ζητηθεί, δηλαδή δίπλα στην περίφραξη
και ανάμεσα σε σύριγγες τοξικομανών.
Μάλιστα, τουλάχιστον στην περίπτωση
των Ιουλιανείων η άδεια του Κ.Α.Σ., σύμφωνα
με δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας
(20/6/2006), προϋπέθετε την μή τέλεση
ιεροπραξίας. Είναι τουλάχιστον κωμικό,
ένα ολόκληρο «κίνημα» να είναι
επί χρόνια υπομονετικά στημένο στην
ουρά, με τις αιτησούλες «αναγνωρίσεώς»
του στο χέρι και όταν τελικά αυτή
έρχεται-όπως συνέβη τελευταία με το εν
λόγω νομικό πρόσωπο- να μην κατοχυρώνεται
η διεξαγωγή «αναγνωρισμένων»
ιεροπραξιών και εκδηλώσεων στους
«αναγνωρισμένους» ιερούς μας
τόπους. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, σε τί
εξυπηρετούσαν οι «άδειες» και εάν
αυτές τις φορές ήταν καλύτερα, από τότε
που τέτοιες εκδηλώσεις γίνονταν χωρίς
«άδεια» αλλά, τουλάχιστον, γίνονταν
όπως έπρεπε. Μήπως κάποιοι βρήκαν τον
τρόπο να μας περιορίζουν νόμιμα; Κάτι
που δεν διενοούντο καν, όσο λειτουργούσαμε
«παράνομα»; Ειν' ο γιαλός στραβός,
ή στραβά αρμενίζουμε; Και ποιος τρίβει
όλος χαρά τα χέρια του λόγω των δύο
χωριστών φετεινών εκδηλώσεων, που
αναγγέλθηκαν για τις Θερμοπύλες;

Τελειώνοντας,
επαναλαμβάνω ότι, τα παραπάνω κατατίθενται
προς συζήτηση και προβληματισμό. Αυτό
σημαίνει ότι δεν απευθύνομαι σε (και
ούτε θα συνδιαλεχθώ με) άτομα που έχουν
έτοιμες απαντήσεις και κατά συνέπεια
δεν μπορούν ούτε να προβληματιστούν,
ούτε να συζητήσουν. Απομένουν, λοιπόν,
όσοι νιώθουν όπως ο γράφων και σε αυτών
την ανταπόκριση στοχεύω, για να ανοίξει
μια συζήτηση, σχετικά με τους τρόπους
εξόδου από το τέλμα και με το ποιοτικό
άλμα
που κατεπειγόντως πρέπει να
κάνει ο «χώρος των ελληνιζόντων»,
για να του φύγουν τα εισαγωγικά (και τα
κονσερβοκούτια που τού έχουν κρεμάσει).

ΥΓ
. Ο λόγος που δεν κατονομάζω διάφορους
ακατονόμαστους είναι ότι, εκτός του ότι
όσα περιγράφω είναι λίγο-πολύ γνωστά,
αυτό που ενδιαφέρει είναι, νομίζω, η
ουσία και όχι τα ασήμαντα ονόματα κάποιων
ασήμαντων βλαχοδημάρχων, στα χέρια των
οποίων έχει θλιβερά εγκαταλειφθεί μία
εξαιρετικά σημαντική υπόθεση.

Πρέπει
πάντως να ομολογηθεί ότι, η πατρίδα
κάποτε θα οφείλει πολλά στα αμαθή
Ιερατεία
της επανελλήνισης διότι,
για την ιστοριογραφική ανασύνθεση του
εθνοκαταποντιστικού έργου τους, θα έχει
απαιτηθεί τέτοιος εμπλουτισμός της
νέας ελληνικής, που η αρχαία, ελλείψει
παραδειγμάτων, δεν θα μπορούσε ούτε να
ονειρευτεί...